Χθες η κυβέρνηση έκοψε άλλη μία κορδέλα. Αυτή τη φορά για ένα νέο κτήριο που παρουσιάστηκε ως η νέα καρδιά της Πληροφορικής και του Κυβερνοχώρου στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ωραίες αίθουσες, σύγχρονες εγκαταστάσεις, μεγάλα λόγια, αναφορές στην κυβερνοάμυνα, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα δεδομένα, στα δίκτυα και στη νέα εποχή του πολέμου.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι το κτήριο. Προφανώς και οι Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζονται σύγχρονες υποδομές. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει τα ντουβάρια ως μεταρρύθμιση, ενώ το πραγματικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Ποιος θα υπηρετήσει μέσα σε αυτά τα ντουβάρια; Με τι προσόντα; Με ποια εμπειρία; Με ποια κίνητρα παραμονής; Και κυρίως, πόσοι από τους ανθρώπους που ήξεραν τη δουλειά έχουν ήδη φύγει ή ετοιμάζονται να φύγουν;
Γιατί στην Πληροφορική, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η υποδομή χωρίς προσωπικό είναι απλώς σκηνικό. Οι τοίχοι δεν γράφουν κώδικα. Οι αίθουσες δεν παρακολουθούν κρίσιμα συστήματα. Οι οθόνες δεν αναλύουν απειλές από μόνες τους. Τα rack, τα καλώδια και τα λογότυπα δεν συγκροτούν κυβερνοάμυνα. Την κυβερνοάμυνα την κάνουν άνθρωποι. Και μάλιστα άνθρωποι με γνώση, εμπειρία, τεχνική επάρκεια και καθημερινή τριβή με πραγματικά συστήματα.
Το Κοινό Σώμα Πληροφορικής ιδρύθηκε με τον νόμο Δένδια του 2024 και παρουσιάστηκε ως μεγάλη τομή. Η ενοποίηση των Σωμάτων Πληροφορικής του Στρατού Ξηράς και της Πολεμικής Αεροπορίας, μαζί με τη διακλαδική οργάνωση της πληροφορικής, προβλήθηκε ως βήμα εκσυγχρονισμού. Στα χαρτιά, το αφήγημα έμοιαζε ισχυρό. Ένα σώμα που θα στηρίζει την κυβερνοασφάλεια, την ανάπτυξη λογισμικού, τα δίκτυα, τις βάσεις δεδομένων, την τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη δεδομένων, τα κρίσιμα πληροφοριακά συστήματα και συνολικά τη νέα επιχειρησιακή πραγματικότητα.
Στην πράξη όμως, η Πληροφορική στις Ένοπλες Δυνάμεις οδηγήθηκε σε μαρασμό. Όχι επειδή δεν υπήρχε ανάγκη για οργάνωση. Υπήρχε και υπάρχει. Αλλά επειδή η μεταρρύθμιση σχεδιάστηκε από πάνω προς τα κάτω, σαν άσκηση διοικητικής γεωμετρίας, και όχι γύρω από τους ανθρώπους που σηκώνουν το πραγματικό βάρος. Πήραν στελέχη που είχαν υπηρετήσει για χρόνια σε συγκεκριμένες δομές, με συγκεκριμένη επαγγελματική ταυτότητα, εμπειρία και υπηρεσιακή διαδρομή, και τα έβαλαν σε ένα νέο σχήμα χωρίς να απαντήσουν πρώτα στο βασικό ερώτημα. Γιατί να μείνει ένας ικανός πληροφορικός στις Ένοπλες Δυνάμεις όταν έξω μπορεί να αμειφθεί καλύτερα, να εξελιχθεί πιο γρήγορα και να αναγνωριστεί πραγματικά για αυτό που ξέρει;
Το αποτέλεσμα δεν άργησε να φανεί. Η φυγή προσωπικού, ειδικά σε έναν κλάδο τόσο ανταγωνιστικό όσο η Πληροφορική, δεν είναι θεωρητικός κίνδυνος. Είναι πραγματικότητα. Έμπειρα στελέχη που γνωρίζουν συστήματα, δίκτυα, εφαρμογές, υποδομές και διαδικασίες αποχωρούν ή εξετάζουν σοβαρά την αποχώρηση. Κι όταν φεύγει ένα τέτοιο στέλεχος, δεν χάνεται απλώς ένας αριθμός από έναν πίνακα προσωπικού. Χάνεται μνήμη συστημάτων. Χάνεται εμπειρία. Χάνεται γνώση που αποκτήθηκε μέσα από βάρδιες, βλάβες, κρίσεις, αυτοσχεδιασμούς, έργα και καθημερινή πίεση.
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση. Από τη μία η πολιτική ηγεσία μιλά για «μαχητές του κυβερνοχώρου», για Μονάδα 1864, για τεχνητή νοημοσύνη, για αυτοματοποιημένη εκτίμηση κινδύνου και για επιχειρήσεις κυβερνοπολέμου. Από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα της στελέχωσης, βλέπουμε απέλπιδες προσπάθειες κάλυψης κενών με προκηρύξεις μετάταξης, όπου ο πήχης των προσόντων ανοίγει τόσο πολύ ώστε να αλλοιώνεται η αρχική εικόνα ενός σώματος υψηλής τεχνικής εξειδίκευσης.
Η προκήρυξη των 295 θέσεων με μετάταξη στο Κοινό Σώμα Πληροφορικής είναι αποκαλυπτική. Για ανώτερους βαθμούς τίθενται απαιτήσεις προϋπηρεσίας και ανώτατων τίτλων σπουδών σε γνωστικά πεδία όπως Πληροφορική, Επιστήμη Υπολογιστών, Μηχανική Υπολογιστών, Πληροφοριακά Συστήματα, Δίκτυα, Τεχνητή Νοημοσύνη, Επιστήμη Δεδομένων ή Κυβερνοχώρος. Μέχρι εδώ, η λογική έχει συνέπεια με το αφήγημα.
Όμως στη συνέχεια το πλαίσιο ανοίγει. Για βαθμούς από Ανθυπολοχαγό μέχρι και Ταγματάρχη αρκεί, εναλλακτικά, αποφοίτηση από τη Σχολή Προγραμματιστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο Τμήμα Αναλυτών Προγραμματιστών, ή στο Τμήμα Προγραμματιστών Υπαξιωματικών και Αποφοίτων ΑΣΣΥ, ή ακόμη και στο Βασικό Σχολείο Πληροφορικής. Για βαθμούς από Λοχία μέχρι και Ανθυπασπιστή γίνονται δεκτά, εναλλακτικά, ακόμη και διπλώματα ΙΕΚ ή ΣΑΕΚ επιπέδου 5 συναφούς ειδικότητας Πληροφορικής, καθώς και τα ίδια σχολεία της ΣΠΗΥ ή το Βασικό Σχολείο Πληροφορικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι έχουν τέτοιους τίτλους είναι άχρηστοι. Κάθε άλλο. Πολλά στελέχη με τεχνική κατάρτιση και εμπειρία έχουν προσφέρει πολύ περισσότερα από όσα αναγνωρίζει το σύστημα. Όμως άλλο πράγμα η αξιοποίηση της εμπειρίας και άλλο πράγμα η επικοινωνιακή παρουσίαση ενός σώματος κυβερνοάμυνας σαν να στελεχώνεται αποκλειστικά με προσωπικό υψηλής επιστημονικής εξειδίκευσης. Δεν μπορείς να πουλάς προς τα έξω εικόνα αιχμής τεχνολογίας και προς τα μέσα να προσπαθείς να γεμίσεις οργανικές θέσεις με ό,τι διαθέσιμο υπάρχει, επειδή οι πραγματικά εξειδικευμένοι άνθρωποι φεύγουν ή δεν έρχονται.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η μοριοδότηση. Διδακτορικός τίτλος, μεταπτυχιακό, προπτυχιακός τίτλος, δίπλωμα ΙΕΚ ή ΣΑΕΚ, πτυχία ΣΠΗΥ, ξένες γλώσσες και προϋπηρεσία μπαίνουν όλα σε έναν πίνακα επιλογής. Το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει δηλαδή ότι υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα γνωστικής επάρκειας. Και παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη στελέχωσης είναι τέτοια ώστε ο πήχης ανοίγει προς τα κάτω. Δεν πρόκειται για στρατηγική αναβάθμιση. Πρόκειται για διαχείριση έλλειψης προσωπικού.
Το μεγαλύτερο όμως βάρος το σηκώνουν οι υπαξιωματικοί. Αυτοί είναι, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, οι πραγματικοί μαχητές του πεδίου στην Πληροφορική. Είναι εκείνοι που γράφουν κώδικα, παρακολουθούν κρίσιμα συστήματα, σηκώνουν βάρδιες κυβερνοασφάλειας, τρέχουν να λύσουν βλάβες, διαχειρίζονται δίκτυα, γνωρίζουν τις αδυναμίες των εφαρμογών και κρατούν την καθημερινή λειτουργία όρθια. Είναι αυτοί που σπάνια φαίνονται στις φωτογραφίες, αλλά χωρίς αυτούς δεν λειτουργεί τίποτα.
Κι όμως, για τη μεγάλη αιμορραγία υπαξιωματικών δεν υπάρχει ουσιαστική πρόνοια. Αντί να υπάρξει ειδικό σχέδιο παραμονής, πραγματική επαγγελματική διαδρομή, κίνητρα εξειδίκευσης, αναγνώριση τεχνικών δεξιοτήτων και δυνατότητα εξέλιξης μέσα στο αντικείμενο, το σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους υπαξιωματικούς σαν προσωπικό δεύτερης γραμμής. Μόνο που στην Πληροφορική δεν υπάρχει δεύτερη γραμμή. Αυτός που κρατάει το σύστημα όρθιο στις τρεις τα ξημερώματα είναι πρώτη γραμμή. Αυτός που βλέπει το alert, που ξέρει το δίκτυο, που ανοίγει τον κώδικα, που διορθώνει το πρόβλημα, που γνωρίζει τι δεν πρέπει να πέσει, είναι μάχιμο προσωπικό.
Και το ερώτημα δεν αφορά μόνο όσους ήδη υπηρετούν. Αφορά και εκείνους που υποτίθεται ότι θα αποτελέσουν την επόμενη δεξαμενή στελέχωσης. Περιμένουμε με πραγματική αγωνία να δούμε τι θα συμβεί φέτος με τις σχολές υπαξιωματικών μετά τον νόμο Δένδια του 2026. Όχι μόνο πόσες θέσεις θα ανακοινώθηκαν στα χαρτιά, αλλά πόσοι νέοι θα τις επιλέξουν συνειδητά, πόσοι θα τις προτιμήσουν ως πρώτη επιλογή και πόσοι θα θελήσουν πράγματι να χτίσουν καριέρα Πληροφορικής μέσα από αυτή τη διαδρομή.
Γιατί ποιος νέος με κλίση στην Πληροφορική θα επιλέξει καριέρα μέσω μιας σχολής υπαξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων με τετραετή φοίτηση, όταν ακόμη παραμένει αμφίβολο στην πράξη πώς θα αναγνωριστεί πλήρως ο τίτλος σπουδών του και αν θα αντιμετωπίζεται πραγματικά ως τίτλος αντίστοιχος της ανώτατης εκπαίδευσης; Ποιος θα μπει σε μια τέτοια σχολή για να γίνει πληροφορικός υπαξιωματικός, όταν δεν γνωρίζει με σαφήνεια την πλήρη ακαδημαϊκή και επαγγελματική αξία του πτυχίου του, ενώ την ίδια στιγμή ο ιδιωτικός τομέας προσφέρει πιο καθαρή διαδρομή, ταχύτερη εξέλιξη και σαφώς υψηλότερες προοπτικές αποδοχών;
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν ένας νέος βλέπει ότι για να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή θα φοιτήσει τέσσερα χρόνια, θα αναλάβει τεχνικό αντικείμενο υψηλής ευθύνης, θα υπηρετήσει σε κρίσιμα συστήματα, αλλά η βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη μπορεί να τον καθηλώσει για χρόνια σε καθήκοντα δυσανάλογα της εμπειρίας και των πραγματικών δεξιοτήτων του. Σε έναν κλάδο όπως η Πληροφορική, όπου σε όλο τον κόσμο η εμπειρία, η προϋπηρεσία, η τεχνική ικανότητα και το αποδεδειγμένο αποτέλεσμα είναι το μέτρο ανάληψης ευθύνης, η καθήλωση λόγω βαθμού είναι αντικίνητρο. Δεν είναι διοίκηση προσωπικού. Είναι σπατάλη ανθρώπινου κεφαλαίου.
Ακόμη πιο αποθαρρυντικό είναι ότι η σταδιοδρομική εικόνα του πληροφορικού υπαξιωματικού εμφανίζεται, σε κρίσιμα σημεία, να πλησιάζει περισσότερο τη λογική του Επαγγελματία Οπλίτη παρά ενός στελέχους που έχει περάσει από τετραετή φοίτηση και καλείται να σηκώσει τεχνικό έργο υψηλής εξειδίκευσης. Όταν ένας νέος αντιλαμβάνεται ότι θα επενδύσει τέσσερα χρόνια σπουδών, θα βγει σε ένα απαιτητικό αντικείμενο, αλλά το ταβάνι αποδοχών του μπορεί να μοιάζει με μισθό εκκίνησης στον ιδιωτικό τομέα, γιατί να το επιλέξει; Από πατριωτισμό μόνο; Ο πατριωτισμός είναι σοβαρό κίνητρο. Δεν είναι όμως άλλοθι για κακή σταδιοδρομική πολιτική.
Και μέσα σε όλα αυτά, η πολιτεία είχε στα χέρια της ένα πραγματικό εργαλείο για να ανακόψει, έστω μερικώς, τις παραιτήσεις. Την πρόβλεψη για παράλληλη εργασία. Ειδικά για τους αξιωματικούς πληροφορικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, η δυνατότητα νόμιμης άσκησης ιδιωτικού έργου στο επιστημονικό τους αντικείμενο, εκτός υπηρεσιακού χρόνου και με σαφείς περιορισμούς, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο παραμονής. Θα έδινε πρόσθετο εισόδημα, επαφή με την αγορά, τεχνική εξέλιξη και αίσθηση επαγγελματικής αξιοπρέπειας.
Αντί γι’ αυτό, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, οι αναφορές στελεχών με αιτήματα για χορήγηση άδειας παράλληλης εργασίας έχουν τεθεί στις καλένδες. Δεν απαντώνται εμπρόθεσμα, δεν εγκρίνονται, δεν απορρίπτονται αιτιολογημένα, απλώς λιμνάζουν. Όταν μάλιστα υπάρχει προβλεπόμενη διαδικασία και προθεσμία απάντησης, η μη απάντηση δεν είναι απλή αδράνεια. Είναι παράτυπη ακύρωση ενός κινήτρου που η ίδια η πολιτεία θέσπισε.
Και εδώ η αντίφαση γίνεται κραυγαλέα. Από τη μία η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι θέλει να κρατήσει τα εξειδικευμένα στελέχη. Από την άλλη, όταν υπάρχει ένα μέτρο που θα μπορούσε να μειώσει την πίεση φυγής, η υπηρεσιακή μηχανή το παγώνει. Τι μήνυμα παίρνει τότε ο πληροφορικός των Ενόπλων Δυνάμεων; Ότι τον χρειάζονται μόνο στις δηλώσεις. Ότι τον επικαλούνται όταν μιλούν για κυβερνοχώρο, αλλά όταν ζητά ένα νόμιμο κίνητρο παραμονής, η απάντηση είναι σιωπή.
Η ίδια λογική φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να χτιστεί επικοινωνιακά η εικόνα των «επιτυχιών». Υποθέσεις που διαρρέονται στον Τύπο ως ενδείξεις αποτελεσματικότητας δεν πρέπει να συγχέονται με το έργο μιας μονάδας κυβερνοασφάλειας. Μια υπόθεση κατασκοπείας, όταν η αρχική πληροφορία φέρεται να προήλθε από ξένη αρχή και να διαβιβάστηκε μέσω διπλωματικών διαύλων, δεν αποτελεί απόδειξη επιχειρησιακής επάρκειας του νέου κυβερνοσχήματος. Ούτε ένα ουκρανικό drone που εντοπίστηκε από ψαράδες μπορεί να παρουσιάζεται ως επίτευγμα κυβερνοάμυνας. Άλλο αντικατασκοπεία, άλλο φυσικό εύρημα, άλλο επιχειρησιακή διαχείριση και άλλο κυβερνοασφάλεια.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι εγκαινιάστηκε ένα κτήριο. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το κτήριο ως απόδειξη ότι λύθηκε το πρόβλημα. Δεν λύθηκε. Αντιθέτως, πίσω από τα εγκαίνια φαίνεται ακόμη πιο καθαρά το κενό. Ένα Κοινό Σώμα Πληροφορικής με φυγή έμπειρων στελεχών, με ανεπαρκή κίνητρα παραμονής, με απαξιωμένους υπαξιωματικούς, με παράλληλη εργασία που προβλέπεται αλλά δεν εφαρμόζεται, με σχολές υπαξιωματικών που δυσκολεύονται να πείσουν τον νέο πληροφορικό και με προκηρύξεις που χαμηλώνουν τον πήχη για να καλυφθούν θέσεις, δεν είναι εικόνα ισχύος. Είναι εικόνα αγωνίας.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν χρειάζονται βιτρίνα κυβερνοάμυνας. Χρειάζονται πραγματική κυβερνοάμυνα. Χρειάζονται ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο, παραμένουν στο αντικείμενο, εξελίσσονται στο αντικείμενο και αμείβονται με τρόπο που να μην τους σπρώχνει στην έξοδο. Χρειάζονται σαφή διαδρομή για τον αξιωματικό και τον υπαξιωματικό της Πληροφορικής. Χρειάζονται σοβαρή εκπαίδευση, διαρκή πιστοποίηση, τεχνική αξιολόγηση, κίνητρα παραμονής και υπηρεσιακή αξιοπρέπεια.
Μέχρι τότε, τα εγκαίνια θα θυμίζουν τα εγκαίνια νοσοκομείων χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές. Ωραίες αίθουσες, ωραίες κάμερες, ωραίες δηλώσεις, αλλά πίσω από την κορδέλα η ίδια βασική έλλειψη. Στην Υγεία δεν θεραπεύουν οι τοίχοι. Στην Πληροφορική δεν αμύνονται τα κτήρια.
Αν το ΥΠΕΘΑ θέλει πραγματικά να αποδείξει ότι το Κοινό Σώμα Πληροφορικής είναι μεταρρύθμιση και όχι βιτρίνα, ας απαντήσει στα απλά ερωτήματα. Πόσα έμπειρα στελέχη Πληροφορικής έχουν παραιτηθεί από την ίδρυση του Σώματος μέχρι σήμερα; Πόσες θέσεις παραμένουν κενές; Πόσοι μετατάσσονται με πανεπιστημιακή εξειδίκευση και πόσοι με σχολεία ή τίτλους χαμηλότερης βαθμίδας; Πόσα αιτήματα παράλληλης εργασίας έχουν υποβληθεί; Σε πόσα έχει απαντήσει η υπηρεσία εμπρόθεσμα; Τι ειδική πρόνοια υπάρχει για τους υπαξιωματικούς που κρατούν τα συστήματα όρθια; Και, τελικά, πόσοι νέοι με πραγματική κλίση στην Πληροφορική θα επιλέξουν να μπουν σε μια τέτοια σταδιοδρομία μετά τον νόμο Δένδια του 2026;
Μέχρι να απαντηθούν αυτά, η φωτογραφία των εγκαινίων θα είναι απλώς άλλη μία φωτογραφία. Και η χώρα δεν χρειάζεται φωτογραφίες κυβερνοασφάλειας. Χρειάζεται κυβερνοασφάλεια.
Τα ντουβάρια δεν γράφουν κώδικα. Οι άνθρωποι γράφουν.
________________________________
Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο
