![]() |
Τι υπογραμμίζει ο πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ) |
Η διάθεση να επανεκκινήσουν Ελλάδα και Αίγυπτος τις συζητήσεις για επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δημιουργεί νέα δεδομένα στην παρούσα κατάσταση χωρίς, ωστόσο, να προεξοφλεί την επίλυση των εκκρεμοτήτων στην περιοχή.
Ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας μιλώντας στη Ναυτεμπορική, επισημαίνει ότι η έκβαση των συνομιλιών θα εξαρτηθεί από τις προθέσεις του Καΐρου, τα συμφέροντά του στην περιοχή και τις σχέσεις του με την Τουρκία.
Τονίζει, παράλληλα, ότι μια ενδεχόμενη επέκταση της συμφωνίας δεν θα ακύρωνε το τουρκολιβυκό μνημόνιο ούτε θα έλυνε αυτομάτως τις ελληνοτουρκικές διαφορές, ενώ υπογραμμίζει ότι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών απαιτεί διαπραγματευτική ευελιξία και προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο.
Η νέα διπλωματική κινητικότητα
Υπενθυμίζεται ότι την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Μπαντρ Αμπντελάτι, με αντικείμενο τη στρατηγική εταιρική σχέση των δύο χωρών και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι δύο υπουργοί απέρριψαν την κύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με στόχο την επέκταση του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας του 2020, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Τσίκας εξηγεί, αρχικά, τι περιλαμβάνει η συμφωνία του 2020, γιατί περιορίστηκε σε συγκεκριμένο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου και πώς αντιμετωπίστηκε η επήρεια των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση.
«Η Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου οριοθέτησε ένα τμήμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού. Η οριοθέτηση δεν κάλυψε το ανατολικό τμήμα, προς την περιοχή του Καστελόριζου. Η Αίγυπτος επέμενε η οριοθέτηση να περιοριστεί μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού, προφανώς διότι θεωρεί ότι σε εκείνο το σημείο υπάρχουν και τουρκικά δικαιώματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν επιβάλλει αυτόματη τη ¨μέση γραμμή¨»
Η Συμφωνία, όπως σημείωσε, δεν αποτύπωσε πλήρως τις επίσημες ελληνικές επιδιώξεις. «Η οριογραμμή αντανακλά μειωμένη επήρεια ορισμένων ελληνικών νησιωτικών ακτών, σε σχέση με μια χάραξη που θα βασιζόταν αυστηρά στη “μέση γραμμή”».
Σε αυτό το σημείο, όπως είπε, χρειάζεται να ξεκαθαριστεί μια συχνή παρανόηση στη δημόσια συζήτηση. «Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν επιβάλλει αυτόματη εφαρμογή της “μέσης γραμμής” για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ορίζει ως στόχο την επίτευξη “δίκαιης λύσης”. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις σχετικές γεωγραφικές περιστάσεις και προσαρμόζει την αρχική χάραξη.
«Αυτό έχει σημασία και για την επίδραση των νησιών. Η Κρήτη, παρά το μεγάλο μέγεθός της, έλαβε επήρεια λίγο κάτω από το 90%, ενώ η Ρόδος έλαβε μικρότερη και η Κάρπαθος και η Κάσος ακόμη μικρότερη. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νησίδας Χρυσή, νότια του Λασιθίου, η οποία δεν έλαβε καθόλου επήρεια στην οριοθέτηση», υπογράμμισε ο κ. Τσίκας.
Αναφερόμενος στις προοπτικές των νέων διαβουλεύσεων και στη σύνδεσή τους με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνει ότι η πολιτική συγκυρία δεν εγγυάται την επίτευξη συμφωνίας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι επιδιώξεις της Αιγύπτου και οι σχέσεις της με την Τουρκία θα επηρεάσουν τις εξελίξεις, ενώ εξηγεί γιατί σε ορισμένες περιοχές ενδέχεται να απαιτηθεί ευρύτερη συνεννόηση.
«Δεν αρκεί από μόνη της η συμφωνία για να εξασφαλίσει ουσιαστική πρόοδο»
«Η χρονική συγκυρία μπορεί να προσδίδει στην ελληνο-αιγυπτιακή πρωτοβουλία πολιτικό χαρακτήρα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ουσιαστική πρόοδο. Παραμένει το κρίσιμο ερώτημα, αν η Αίγυπτος είναι πραγματικά διατεθειμένη να προχωρήσει ανατολικότερα και με ποιους όρους. Δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι μια επέκταση της συμφωνίας προς ανατολάς, στην περιοχή του Καστελόριζου, θα ανταποκρίνεται στις επίσημες ελληνικές επιδιώξεις. Το Κάιρο έχει τις δικές του επιδιώξεις στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ οι σχέσεις του με την Τουρκία έχουν εξομαλυνθεί. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα θελήσει να διακινδυνεύσει αυτή την εξομάλυνση για χάρη μιας συμφωνίας στην περιοχή του Καστελόριζου. Η Αίγυπτος επιδιώκει να διατηρήσει περιθώρια συνεννόησης με όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές. Χρειάζεται να διακρίνουμε την πολιτική εξαγγελία από την πραγματική προοπτική συμφωνίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπάρχει, επίσης, μια παράμετρος που κατά τον κ. Τσίκα «δεν πρέπει να παραβλέπουμε».
«Σε κάποιες περιοχές θα απαιτηθεί τριμερής συνεννόηση Ελλάδας, Αιγύπτου, Τουρκίας»
Εξηγώντας ανέφερε στη Ναυτεμπορική ότι «σε συγκεκριμένα σημεία της Ανατολικής Μεσογείου, όπου αλληλεπικαλύπτονται οι θαλάσσιες αξιώσεις Ελλάδας, Αιγύπτου και Τουρκίας, θα απαιτηθεί τριμερής συνεννόηση για την οριοθέτηση. Οι διμερείς συμφωνίες δεν αρκούν πάντοτε για να διευθετήσουν όλες τις εκκρεμότητες, όταν η χάραξη μιας οριογραμμής επηρεάζει και το σημείο συνάντησής της με τις θαλάσσιες ζώνες τρίτου κράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστούν οι διμερείς συμφωνίες, αλλά ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συνεννόηση με την Τουρκία, εκεί όπου οι αξιώσεις των τριών χωρών συναντώνται».
«Σε κάθε περίπτωση, μια ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία δεν θα ακύρωνε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ούτε θα έλυνε τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Δεν μπορεί από μόνη της να δεσμεύσει τρίτες χώρες, που δεν συμμετέχουν σε αυτήν».
«Καμία συμφωνία με τρίτη χώρα δεν υποκαθιστά τη λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών»
Σχετικά με τον ρόλο της ελληνοαιγυπτιακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Θόδωρος Τσίκας τονίζει ότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι σημαντικές, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια συνολική στρατηγική της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα. Παράλληλα, αναφέρεται στη σημασία της διεθνούς νομολογίας για την επήρεια των νησιών και στην ανάγκη διαπραγματευτικών συμβιβασμών για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
«Η συνεργασία Ελλάδας–Αιγύπτου είναι σημαντική. Δεν πρέπει, όμως, να τη μετατρέπουμε σε μια αντίληψη συγκρότησης μετώπου με στόχο την Τουρκία. Η συνεργασία με την Αίγυπτο δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας συνολικής πολιτικής για τις σχέσεις με την Τουρκία. Για τις εκκρεμείς διαφορές με την Τουρκία, η λύση προϋποθέτει διαπραγμάτευση και συμφωνία με την ίδια την Τουρκία ή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να την παρακάμψει καμία συμφωνία με τρίτη χώρα», όπως αναφέρει.
Επιπλέον, ο κ. Τσίκας υπογραμμίζει ότι «δεν πρέπει να συγχέουμε την προώθηση των ελληνικών απόψεων με την επιμονή σε υπερβολικές και μαξιμαλιστικές θέσεις. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν εξαιρεί μεν τα νησιά από τα δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών, αλλά η επίδρασή τους στην τελική οριογραμμή δεν είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις. Αυτό αντανακλά μια γενικότερη αρχή της διεθνούς νομολογίας: κατά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, τα νησιά δεν εξισώνονται αυτομάτως με τις ηπειρωτικές ακτές, ως προς την επίδρασή τους στη χάραξη της οριογραμμής. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιστάσεις και έχει δεχθεί –σε πολλές περιπτώσεις– μειωμένη επήρεια νησιών, πολύ περιορισμένη, ακόμα και μηδενική επήρεια».
«Δεν είναι συνεπές να αποδεχόμαστε συμβιβασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και να τον αποκλείουμε εκ των προτέρων σε άλλες»
Καταλήγοντας, εξήγησε ότι η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα αφορούν δικαιώματα και δικαιοδοσίες, κυρίως ως προς την έρευνα και την εκμετάλλευση φυσικών πόρων στα διεθνή ύδατα, όχι εθνική κυριαρχία.
«Γι’ αυτό, οι οριοθετήσεις μπορούν να επιτευχθούν με διαπραγματευτική ευελιξία και αμοιβαίους συμβιβασμούς, ακριβώς όπως επιτάσσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτό συνέβη με τις Συμφωνίες της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Η ίδια λογική πρέπει να διέπει και τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, τη Λιβύη και την Αλβανία. Δεν είναι συνεπές να αποδεχόμαστε τον συμβιβασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και να τον αποκλείουμε εκ των προτέρων σε άλλες».
Η νέα διπλωματική κινητικότητα
Υπενθυμίζεται ότι την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Μπαντρ Αμπντελάτι, με αντικείμενο τη στρατηγική εταιρική σχέση των δύο χωρών και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι δύο υπουργοί απέρριψαν την κύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με στόχο την επέκταση του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας του 2020, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Τσίκας εξηγεί, αρχικά, τι περιλαμβάνει η συμφωνία του 2020, γιατί περιορίστηκε σε συγκεκριμένο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου και πώς αντιμετωπίστηκε η επήρεια των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση.
«Η Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου οριοθέτησε ένα τμήμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού. Η οριοθέτηση δεν κάλυψε το ανατολικό τμήμα, προς την περιοχή του Καστελόριζου. Η Αίγυπτος επέμενε η οριοθέτηση να περιοριστεί μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού, προφανώς διότι θεωρεί ότι σε εκείνο το σημείο υπάρχουν και τουρκικά δικαιώματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν επιβάλλει αυτόματη τη ¨μέση γραμμή¨»
Η Συμφωνία, όπως σημείωσε, δεν αποτύπωσε πλήρως τις επίσημες ελληνικές επιδιώξεις. «Η οριογραμμή αντανακλά μειωμένη επήρεια ορισμένων ελληνικών νησιωτικών ακτών, σε σχέση με μια χάραξη που θα βασιζόταν αυστηρά στη “μέση γραμμή”».
Σε αυτό το σημείο, όπως είπε, χρειάζεται να ξεκαθαριστεί μια συχνή παρανόηση στη δημόσια συζήτηση. «Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν επιβάλλει αυτόματη εφαρμογή της “μέσης γραμμής” για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ορίζει ως στόχο την επίτευξη “δίκαιης λύσης”. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις σχετικές γεωγραφικές περιστάσεις και προσαρμόζει την αρχική χάραξη.
«Αυτό έχει σημασία και για την επίδραση των νησιών. Η Κρήτη, παρά το μεγάλο μέγεθός της, έλαβε επήρεια λίγο κάτω από το 90%, ενώ η Ρόδος έλαβε μικρότερη και η Κάρπαθος και η Κάσος ακόμη μικρότερη. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νησίδας Χρυσή, νότια του Λασιθίου, η οποία δεν έλαβε καθόλου επήρεια στην οριοθέτηση», υπογράμμισε ο κ. Τσίκας.
Αναφερόμενος στις προοπτικές των νέων διαβουλεύσεων και στη σύνδεσή τους με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνει ότι η πολιτική συγκυρία δεν εγγυάται την επίτευξη συμφωνίας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι επιδιώξεις της Αιγύπτου και οι σχέσεις της με την Τουρκία θα επηρεάσουν τις εξελίξεις, ενώ εξηγεί γιατί σε ορισμένες περιοχές ενδέχεται να απαιτηθεί ευρύτερη συνεννόηση.
«Δεν αρκεί από μόνη της η συμφωνία για να εξασφαλίσει ουσιαστική πρόοδο»
«Η χρονική συγκυρία μπορεί να προσδίδει στην ελληνο-αιγυπτιακή πρωτοβουλία πολιτικό χαρακτήρα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ουσιαστική πρόοδο. Παραμένει το κρίσιμο ερώτημα, αν η Αίγυπτος είναι πραγματικά διατεθειμένη να προχωρήσει ανατολικότερα και με ποιους όρους. Δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι μια επέκταση της συμφωνίας προς ανατολάς, στην περιοχή του Καστελόριζου, θα ανταποκρίνεται στις επίσημες ελληνικές επιδιώξεις. Το Κάιρο έχει τις δικές του επιδιώξεις στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ οι σχέσεις του με την Τουρκία έχουν εξομαλυνθεί. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα θελήσει να διακινδυνεύσει αυτή την εξομάλυνση για χάρη μιας συμφωνίας στην περιοχή του Καστελόριζου. Η Αίγυπτος επιδιώκει να διατηρήσει περιθώρια συνεννόησης με όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές. Χρειάζεται να διακρίνουμε την πολιτική εξαγγελία από την πραγματική προοπτική συμφωνίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπάρχει, επίσης, μια παράμετρος που κατά τον κ. Τσίκα «δεν πρέπει να παραβλέπουμε».
«Σε κάποιες περιοχές θα απαιτηθεί τριμερής συνεννόηση Ελλάδας, Αιγύπτου, Τουρκίας»
Εξηγώντας ανέφερε στη Ναυτεμπορική ότι «σε συγκεκριμένα σημεία της Ανατολικής Μεσογείου, όπου αλληλεπικαλύπτονται οι θαλάσσιες αξιώσεις Ελλάδας, Αιγύπτου και Τουρκίας, θα απαιτηθεί τριμερής συνεννόηση για την οριοθέτηση. Οι διμερείς συμφωνίες δεν αρκούν πάντοτε για να διευθετήσουν όλες τις εκκρεμότητες, όταν η χάραξη μιας οριογραμμής επηρεάζει και το σημείο συνάντησής της με τις θαλάσσιες ζώνες τρίτου κράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστούν οι διμερείς συμφωνίες, αλλά ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συνεννόηση με την Τουρκία, εκεί όπου οι αξιώσεις των τριών χωρών συναντώνται».
«Σε κάθε περίπτωση, μια ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία δεν θα ακύρωνε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ούτε θα έλυνε τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Δεν μπορεί από μόνη της να δεσμεύσει τρίτες χώρες, που δεν συμμετέχουν σε αυτήν».
«Καμία συμφωνία με τρίτη χώρα δεν υποκαθιστά τη λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών»
Σχετικά με τον ρόλο της ελληνοαιγυπτιακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Θόδωρος Τσίκας τονίζει ότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι σημαντικές, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια συνολική στρατηγική της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα. Παράλληλα, αναφέρεται στη σημασία της διεθνούς νομολογίας για την επήρεια των νησιών και στην ανάγκη διαπραγματευτικών συμβιβασμών για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
«Η συνεργασία Ελλάδας–Αιγύπτου είναι σημαντική. Δεν πρέπει, όμως, να τη μετατρέπουμε σε μια αντίληψη συγκρότησης μετώπου με στόχο την Τουρκία. Η συνεργασία με την Αίγυπτο δεν αποτελεί υποκατάστατο μιας συνολικής πολιτικής για τις σχέσεις με την Τουρκία. Για τις εκκρεμείς διαφορές με την Τουρκία, η λύση προϋποθέτει διαπραγμάτευση και συμφωνία με την ίδια την Τουρκία ή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να την παρακάμψει καμία συμφωνία με τρίτη χώρα», όπως αναφέρει.
Επιπλέον, ο κ. Τσίκας υπογραμμίζει ότι «δεν πρέπει να συγχέουμε την προώθηση των ελληνικών απόψεων με την επιμονή σε υπερβολικές και μαξιμαλιστικές θέσεις. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν εξαιρεί μεν τα νησιά από τα δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών, αλλά η επίδρασή τους στην τελική οριογραμμή δεν είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις. Αυτό αντανακλά μια γενικότερη αρχή της διεθνούς νομολογίας: κατά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, τα νησιά δεν εξισώνονται αυτομάτως με τις ηπειρωτικές ακτές, ως προς την επίδρασή τους στη χάραξη της οριογραμμής. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιστάσεις και έχει δεχθεί –σε πολλές περιπτώσεις– μειωμένη επήρεια νησιών, πολύ περιορισμένη, ακόμα και μηδενική επήρεια».
«Δεν είναι συνεπές να αποδεχόμαστε συμβιβασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και να τον αποκλείουμε εκ των προτέρων σε άλλες»
Καταλήγοντας, εξήγησε ότι η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα αφορούν δικαιώματα και δικαιοδοσίες, κυρίως ως προς την έρευνα και την εκμετάλλευση φυσικών πόρων στα διεθνή ύδατα, όχι εθνική κυριαρχία.
«Γι’ αυτό, οι οριοθετήσεις μπορούν να επιτευχθούν με διαπραγματευτική ευελιξία και αμοιβαίους συμβιβασμούς, ακριβώς όπως επιτάσσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτό συνέβη με τις Συμφωνίες της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Η ίδια λογική πρέπει να διέπει και τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, τη Λιβύη και την Αλβανία. Δεν είναι συνεπές να αποδεχόμαστε τον συμβιβασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και να τον αποκλείουμε εκ των προτέρων σε άλλες».

**Θόδωρος Τσίκας, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Επικεφαλής Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων”, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
