Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών η Τουρκία επανέφερε επισήμως τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», αμφισβήτησε τον ελληνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και εξέδωσε NAVTEX για έρευνες νοτίως του Καστελόριζου. Την ίδια ώρα, Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν τη μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία στην ιστορία των διμερών τους σχέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η αντιπαράθεση Άγκυρας και Τελ Αβίβ βαθαίνει.
Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο επανέρχεται και η συζήτηση για την κατασκευή του Great Sea Interconnector (GSI), του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι αν ο GSI μπορεί να προχωρήσει χωρίς η Τουρκία να μετατρέψει την ολοκλήρωσή του σε έμμεση αναγνώριση των θαλάσσιων διεκδικήσεών της.
Ανεμογεννήτριες και «γκρίζες ζώνες»
Η τουρκική αντίδραση στο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) ήταν ωμή και σαφής. Η Άγκυρα ξεκαθάρισε ότι οι ελληνικές αποφάσεις δεν παράγουν έννομες συνέπειες για την Τουρκία και επανέφερε τη γνωστή διατύπωση περί «γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριαρχία δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών».
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα βρίσκεται η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» όπως διατυπώθηκε από την Άγκυρα στην κρίση των Ιμίων το 1996: Στο Αιγαίο υπάρχουν νησιά, νησίδες και βραχονησίδες με αδιευκρίνιστη κυριαρχία.
Η Άγκυρα, δηλαδή, δεν αμφισβητεί απλώς το δικαίωμα της Ελλάδας να χωροθετεί ενεργειακά έργα. Θέτει προηγουμένως το ερώτημα σε ποιον ανήκει κάθε κομμάτι ξηράς από το οποίο μπορούν να παραχθούν θαλάσσιες ζώνες και συνακόλουθα δικαιώματα. Και αυτή είναι η θεμελιώδης και αναλλοίωτη τουρκική θέση, ανεξάρτητα από τις περιόδους «ήρεμων νερών», τις συναντήσεις κορυφής και τις διακηρύξεις περί θετικής ατζέντας.
Από τη ρητορική στην πράξη
Η NAVTEX για επιστημονικές έρευνες του τουρκικού σκάφους R/V TÜBİTAK MARMARA νοτίως του Καστελόριζου, έως τις 15 Σεπτεμβρίου, δίνει στην πάγια τουρκική θέση και την επιχειρησιακή της διάσταση.
Η επιλογή της περιοχής δεν είναι τυχαία. Το Καστελόριζο βρίσκεται στον πυρήνα της τουρκικής επιχειρηματολογίας για την Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα επιμένει ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα δεν μπορεί να δημιουργεί τις θαλάσσιες ζώνες που αναγνωρίζει σε αυτό η ελληνική πλευρά και επιχειρεί, με επαναλαμβανόμενες κινήσεις, να καταστήσει αυτή τη θέση μέρος της καθημερινής πρακτικής.
Με αυτήν τη NAVTEX η Τουρκία επιδιώκει να εμφανίζεται ως δύναμη που διαθέτει λόγο, αρμοδιότητα και δυνατότητα παρέμβασης στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές. Κι αυτό ακριβώς αφορά και το καλώδιο.
Η βαριά «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται η συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, για την κατασκευή της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας, με διαφορετικά ισραηλινά συστήματα για την αναχαίτιση αεροσκαφών, drones, πυραύλων Κρουζ και βαλλιστικών πυραύλων σε μικρές, μεσαίες και μεγαλύτερες αποστάσεις.
Η συμφωνία ενισχύει αναμφίβολα την ελληνική αποτρεπτική ικανότητα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν μαζί με την αμυντική θωράκιση η Ελλάδα «αγοράζει» και μια βαθύτερη εμπλοκή στον σκληρό ανταγωνισμό Ισραήλ – Τουρκίας.
Η προμήθεια ενός ολοκληρωμένου συστήματος τέτοιας κλίμακας δημιουργεί δεσμούς δεκαετιών: τεχνική υποστήριξη, αναβαθμίσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, εκπαίδευση προσωπικού και διαρκή επιχειρησιακή συνεργασία. Όσο περισσότερο η ελληνική αεράμυνα ενσωματώνει ισραηλινά συστήματα, τόσο στενότερη γίνεται η στρατηγική σύνδεση των δύο χωρών.
Αυτή η ελληνο-ισραηλινή σύνδεση αναπτύσσεται την ώρα που Ισραήλ και Τουρκία ανταγωνίζονται για επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή και αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον όλο και περισσότερο ως περιφερειακό αντίπαλο.
Η Αθήνα έχει προφανείς λόγους να ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα, ωστόσο υπάρχει ένα «αφανές» τίμημα: η πρόσδεση της χώρας σε μια στρατηγική αντιπαράθεση της οποίας ούτε την ένταση ούτε την κατάληξη μπορεί να ελέγξει.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», τελικά, μπορεί πράγματι να προσφέρει πολύτιμη προστασία από επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Καμιά αμυντική ασπίδα, όμως, δεν προστατεύει μια χώρα από τις συνέπειες μιας λανθασμένης στρατηγικής πρόσδεσης.
Πώς θα προχωρήσει ο GSI
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam με πλειοψηφικό ποσοστό στον Great Sea Interconnector έχει δημιουργήσει την προσδοκία ότι το έργο μπορεί να ξεμπλοκάρει. Η επίσης γαλλική Nexans κατασκευάζει το καλώδιο και πίσω από το σχέδιο βρίσκονται πλέον συμφέροντα ισχυρότερα από τις δυνατότητες του ΑΔΜΗΕ.
Η γαλλική παρουσία, όμως, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι το Παρίσι προετοιμάζεται να αναμετρηθεί με την Τουρκία για χάρη του καλωδίου. Η Meridiam έχει σημαντικά συμφέροντα στην τουρκική αγορά και κάθε λόγο να αναζητήσει μια πρακτική διευθέτηση με την Άγκυρα.
Το πιθανότερο σενάριο παραμένει μια μορφή «δημιουργικής ασάφειας»: Η Ελλάδα δεν θα ζητήσει τουρκική άδεια, αλλά η γαλλική εταιρεία θα επιδιώξει την τεχνική συνεννόηση ή την πρακτική συναίνεση που απαιτείται για να πραγματοποιηθούν οι εργασίες χωρίς κρίση.
Έτσι, το καλώδιο μπορεί πράγματι να προχωρήσει μέσα σε ένα ασταθές ελληνοτουρκικό περιβάλλον. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο αν θα ποντιστεί το καλώδιο. Είναι με ποια διαδικασία θα ποντιστεί και ποιο προηγούμενο θα δημιουργηθεί απ’ αυτήν.
Η Αθήνα θα μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν ζήτησε άδεια. Η Άγκυρα θα μπορεί να ισχυρίζεται ότι τίποτα δεν έγινε χωρίς τη δική της συναίνεση. Η εταιρεία θα έχει ολοκληρώσει την επένδυση και όλοι θα εμφανίζονται ικανοποιημένοι.
Μόνο που πίσω από αυτή τη διευθέτηση «κρύβεται» το γεγονός ότι η Τουρκία κατοχυρώνει στην πράξη τον ρόλο του αναγκαίου συνομιλητή, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου κανένα μεγάλο – ακόμα και ευρωπαϊκό – έργο δεν μπορεί να περάσει από την Ανατολική Μεσόγειο.
________________________________
Αναρτήθηκε στην Efenpress, από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο
