29.9.26

Ο Ελληνικός κινηματογράφος ως πηγή λαογραφίας κι άλλων τινών

Μιά «βουτιά» στην Ελληνική λαογραφία και την σχέση της με τον Ελληνικό κινηματογράφο

Φίλοι μου γειά σας. Σήμερα, αλλά και την επομένη Δευτέρα, μεγάλο γαρ το θέμα, θα κάνουμε μιά «βουτιά» στην Ελληνική λαογραφία και την σχέση της με τον Ελληνικό κινηματογράφο.

Δανειζόμαστε από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια και από το λήμμα «Λαογραφία»: Ο κορυφαίος και θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας είναι ο Νικόλαος Πολίτης. Θεωρείται ο «πατέρας» της συγκεκριμένης επιστήμης στην Ελλάδα, καθώς ήταν αυτός που εισήγαγε τον ίδιο τον όρο «λαογραφία» το 1908.

Οι σημαντικότεροι Έλληνες λαογράφοι είναι οι: Στίλπων Κυριακίδης: Μαθητής του Πολίτη και ο πρώτος που κατέλαβε την πανεπιστημιακή έδρα της Λαογραφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εστίασε στην ιστορική και κοινωνική διάσταση των εθίμων. Γεώργιος Μέγας: Καθηγητής και διευθυντής του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών. Το έργο του για τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια, τις γιορτές και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική παραμένει σημείο αναφοράς. Δημήτριος Λουκάτος: Σπουδαίος καθηγητής με τεράστιο έργο στην καταγραφή της σύγχρονης, αστικής και καθημερινής λαογραφίας, γνωστός για τις μελέτες του γύρω από τις παροιμίες και τα έθιμα του καλενταριού. Αγγελική Χατζημιχάλη: Η σημαντικότερη γυναίκα ερευνήτρια της ελληνικής λαϊκής τέχνης. Αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη της ελληνικής χειροτεχνίας, της παραδοσιακής φορεσιάς και της αρχιτεκτονικής, ιδρύοντας μουσεία και σχολές. Μιχάλης Μερακλής: Από τους κορυφαίους σύγχρονους λαογράφους, ο οποίος ανανέωσε την επιστήμη εισάγοντας τις αρχές της κοινωνικής λαογραφίας και μελετώντας τον λαϊκό πολιτισμό των σύγχρονων αστικών κέντρων.

Αυτά μας λέει η Βικιπαίδεια και καλά μας τα λέει. Όμως εμείς να προσθέσουμε, ότι ο παλιός Ελληνικός κινηματογράφος, είναι μία επίσης πολύ καλή πηγή λαογραφικών ηθών και εθίμων της Πατρίδας μας.

Ο κ. Γεώργιος Μαυραγάνης, γράφει σχετικώς στο εξαιρετικό μπλογκ http://roykoymoykoy.blogspot.gr/:

«Αρκετοί, ιδίως όσων ο σάκκος με τα χρόνια που κουβαλούν στην πλάτη τους περιέχει δεκαετίες, πιθανόν έχουν δεί την εξαιρετική ταινία “Ο Βιολιστής στην στέγη” με πρωταγωνιστή τον Τοπόλ. Ο κινηματογραφικός πρωταγωνιστής Τέβγε, σε κάποιο σημείο της ταινίας, όπου είναι πολύ στρυμωγμένος και καλείται να λάβει κάποια σκληρή απόφαση, φωνάζει επανειλημμένως με στεντόρεια φωνή “Tradition, tradition’’ (Παράδοση). Αναγνωρίζει και αποδέχεται την μεγάλη αξία της Παράδοσης την οποία προφανώς τιμά και σέβεται.

Οι Έλληνες ως Λαός και όχι ως πληθυσμός διαθέτουμε τεράστια Παράδοση, αυτή άλλωστε μας κράτησε εν ζωή ως Έθνος. Αυτή η Παράδοση λειτούργησε ως συνεκτικός ιστός, στις εσωτερικές μας σχέσεις αλλά και ως ασπίδα προστασίας στους ανέμους που μας έσπρωχναν στον αφανισμό.

Παράδοση είναι το σύνολο κυρίως πολιτιστικών αγαθών που μιά ομάδα προγόνων παραδίδει στους απογόνους της με αδέλφια της την Εθνική παράδοση δηλαδή την πνευματική και ιστορική ζωή του Έθνους η οποία μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και την Ιστορική Εθνική Συνείδηση που τρέφεται με το όλο Εθνικό παρελθόν και με μυστηριώδη, δυσερμήνευτο τρόπο δοθείσης ευκαιρίας αλλά και σε απρόβλεπτο χρόνο αναδύεται από τα απρόσιτα βάθη της ψυχής όπου φωλιάζει.

Αρκετοί κάργα μοντερνισμένοι, συνήθως ετερόφωτοι, αντιμετωπίζουν την Παράδοση και τα αδέλφια της με απαξιωτικό τρόπο και ενίοτε εκδηλώνουν προθέσεις εξάλειψής τους, όμως αυτά είναι το αθάνατο αίμα που ρέει στις φλέβες μας και ακριβώς επειδή είναι αθάνατο, το Έθνος επέζησε στο παρελθόν σε πολύ χαλεπούς καιρούς, συνεχίζει να ζει και και δεν έχει καμμιά πρόθεση να πάψει να ζεί.

Μετά απ’ αυτά ας δούμε, μερικές χαρακτηριστικές Ελληνικές παραδόσεις, όπως τις απαθανάτισε ο παλιός Ελληνικός κινηματογράφος:

Ελληνικό πανηγύρι

Παλιότερα (τι παλιότερα, μιλάμε για πάνω από μισό αιώνα!), που δεν υπήρχαν σινεμά, τηλεοράσεις, ούτε και ραδιόφωνα, η μοναδική διασκέδαση των ανθρώπων της Ελληνικής επαρχίας μας ήταν τα πανηγύρια, τα οποία σύμφωνα με την σοφή κουβέντα του μεγάλου Χάρι Κλιν «γίναν φεστιβάλ».

Μία λοιπόν καλή εικόνα για τα Ελληνικά πανηγύρια παίρνουμε από σχεδόν όλες τις Ελληνικές ταινίες τύπου φουστανέλας.

Το πανηγύρι τοποθετείται προς το τέλος της ταινίας, το οποίο ξεκινά με χορούς, σούβλες, κρασί και την κυρίαρχη φωνή του Δημήτρη Ζάχου («Μια βοσκοπούλα αγάπησα» κ.λπ.), συνήθως τελειώνει είτε με την εισβολή του παλικαριού, του οποίου την αγάπη παντρεύουν με άλλον, που τις περισσότερες φορές είναι ο αντιπαθέστατος γιος του τσιφλικά και γίνεται το έλα να δεις με τον τσιφλικά να προστάζει: «Άντε ωρέ, γυρίστε στα σπίτια σας. Το γλέντι τελείωσε». Έτσι απλά.

Άλλοτε πάλι εμφανίζεται λαχανιασμένος κάποιος αγγελιοφόρος που ενημερώνει τους πανηγυριώτες ότι «θα γίνει φονικό, γιατί ο Τάσος ψάχνει να χαλάσει τον Γιάννο» ή ότι «Η Αγγελικώ της κυρά Βασίλαινας τραβάει κατά τον γκρεμό», οπότε επίσης σχολάει το πανηγύρι.

Μία άλλη, πολύ πιο σύγχρονη μορφή ο Ελληνικού πανηγυριού μας δίνει η κλασική πλέον ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», παραγωγής 1955, της Φίνος Φιλμ.

Εκεί οι πλανόδιοι λατερνατζήδες ο Πετράκης (Μίμης Φωτόπουλος) και ο Παυλάρας (Βασίλης Αυλωνίτης), ξεκινάνε από την Αθήνα «με το πόδι» για το πανηγύρι της Πλατανιάς της «Θαματουργής», όπως τους συμβουλεύει ο φίλος τους Θόδωρος (Νίκος Φέρμας), αφού κι αυτό θα μαζέψει τα σέα του (τις κούνιες) και θα πάει εκεί «να τα κονοκμήσει». Η ταινία, μας δίνει μιά εικόνα του πανηγυριού με τους… πρυτάνεις αυτών που λέμε «δουλειές του ποδαριού», όπως αυτός που παρουσιάζει τα «θαύματά της φύσεως», ό άλλος με τους κρίκους, «παιχνίδι που ανακάλυψε ο Σαρχάμπεης» ή ο τρίτος, που έχει το τρενάκι που μετράς τη δύναμή σου. Ανάμεσά τους βέβαια και ο καλλιτέχνης (Διονύσης Βουδούρης) που με το βιολί του και τη… «Σερενάτα» του Σούμπερτ μαζεύει πενταροδεκάρες, σε αντίθεση με τους λατερνατζήδες που με το «Μέλι μέλι» του Μάνου Χατζηδάκι και με την γοητεία της «δεσποινίς Καίτη» τρελαίνονται στο τάλιρο.

Πριν όμως φτάσουν στην Πλατανιά οι λατερνατζήδες μας, ο Σακελλάριος τους «στέλνει» σε ένα υπαίθριο Ελληνικό γλέντι, όπου ακούγεται και το άκρως… σεξιστικό «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω». Τώρα βέβαια αυτά πέρασαν. Το είμαι άντρας και τι κέφι μου θα κάνω, μπορεί να αντικατασταθεί με το «είμαι γκέϊ και παρέλαση θα κάνω…»


Όμως δεν ασχολούμαστε μόνο εμείς με την σύγχρονη λαογραφία. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων η θαυμάσια κυρία Μαρία Δεδούση που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα «PROTAGON» στις 13 Ιουλίου, το παρακάτω εξαιρετικό σημείωμα που αναφέρεται στα Ελληνικό πανηγύρι.

Απολαύστε το:

Είμαστε για τα πανηγύρια

Κατά τις 8 αρχίζουν να κατεβαίνουν τα λεφούσια από τα γύρω χωριά, με αγροτικά και κούρσες για να πιάσουν το «καλό» τραπέζι. Τα ντυσίματα τυφλώνουν. Το αλκοόλ ρέει άφθονο και όλοι είναι ντέφι πολύ πριν ακουστεί η πρώτη νότα. Η χοληστερίνη ανεβαίνει μόνο που κοιτάς την γουρνοπούλα να τεμαχίζεται λυσσαλέα με τον μπαλτά. Το κρέας πωλείται με το κιλό, το Τζόνι με το μπουκάλι. Σε μια Ελλάδα που αλλάζει ταχύτατα, μερικά πράγματα παραμένουν πάντα ίδια.

«Καλησπέρα… πέρα, πέρα». «Αγαπάμε Μεσσηνία…νία, νία». Δεν αντιλαλούνε τα βουνά, αλλά η μικροφωνική. Που είναι σεταρισμένη για νυχτερινό κέντρο στο 40ό χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού και τώρα προσπαθεί να ανταποκριθεί σε ανοιχτό οικόπεδο στο πουθενά και να ακουστεί όσο πιο μακριά γίνεται, ιδανικά στον δίπλα νομό. Κάποτε οι Μεσσήνιοι πολεμούσαν με τους Λάκωνες για την ανεξαρτησία τους, σήμερα για την καλύτερη γουρνοπούλα. Η ένταση του ήχου και όχι η ποιότητά του, είναι ένδειξη επιτυχίας στο πανηγύρι του χωριού. Και η επιτυχία του πανηγυριού είναι ένας τοπικός θρίαμβος.

Φέτος, μετά από πολλά πανηγύρια ανά τα χρόνια και ισάριθμες άγρυπνες νύχτες, έμαθα ότι το δικό μας διοργανώνεται για την ενίσχυση του τοπικού Α.Ο. Της ποδοσφαιρικής μας ομάδας, δηλαδή, η οποία, κάνοντας μια πρόχειρη εκτίμηση στα έσοδα, αναρωτιέμαι γιατί παίζει ακόμη στην Α’ Μεσσηνίας και όχι στην Premier League και γιατί δεν έχει πάρει τον Μέσι. Κάποτε γινόταν ένα πανηγύρι το χρόνο, μετά πήγαμε στα τρία, φέτος ξεκινάμε νωρίς και του χρόνου, όπως λένε τα «πουλάκια» στο χωριό, θα νοικιάσουμε οικόπεδο 11 στρεμμάτων και θα γίνει «χαμός». Με τρομάζει λίγο αυτό. Πόσο πιο χαμός;

Λίγες ημέρες πριν το πανηγύρι, αρχίζουν οι ετοιμασίες. Πρώτα, στήνεται στον χώρο μια ξύλινη εξέδρα με κάθετα δοκάρια: Περνώντας κάθε μέρα από ‘κει, περιμένω στα σοβαρά να δω να αιωρούνται οι κρεμασμένοι. Μετά στήνονται τα φώτα, γιρλάντες εκτυφλωτικού λευκού φωτός και μετά μπαίνουν χιλιάδες πλαστικά τραπεζοκάρεκλα, κυριολεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Στη μία άκρη οι ψησταριές και στην άλλη το «μπαρ», ένας πάγκος, δηλαδή, με μπόλικο χώρο από πίσω για τα ποτά.

Η λέξη πανήγυρις προέρχεται από το παν (όλον) και το άγυρις (συγκέντρωση). Είναι, με λίγα λόγια, η συγκέντρωση όλου του λαού. Τα ελληνικά πανηγύρια αντλούν την καταγωγή τους από τις αρχαίες γιορτές, όπως τα Παναθήναια ή τα Ελευσίνια, που συνδύαζαν θρησκευτική λατρεία, εμπορικές δραστηριότητες και κοινωνική ψυχαγωγία. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι αρχαίες γιορτές μετατράπηκαν σε εορτασμούς αγίων. Και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έπαιξαν σπουδαίο ρόλο, ως η μοναδική ευκαιρία ελεύθερης συνάθροισης των Ελλήνων και ένας τρόπος διατήρησης των παραδόσεων και της μουσικής τους. Σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, διατηρούν αναλλοίωτα όλα αυτά τα στοιχεία.

Το εισιτήριο για το πανηγύρι είναι 5 ευρώ τη μια χρονιά, 10 την άλλη, ανάλογα με κάτι εντελώς απροσδιόριστο. Ο χώρος είναι περιφραγμένος, γεγονός που βοηθάει στη συλλογή «εισόδου». Δίπλα στην είσοδο, διάφοροι πλανόδιοι μικροπωλητές πουλάνε ποπ κορν, λουκουμάδες, πλαστικά παιχνίδια, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα και υπηρεσίες. Κάποιες φορές εμφανίζεται η αστυνομία, ελέγχει την άδεια κάποιου από αυτούς και αποχωρεί. Εξ όσων γνωρίζω, ποτέ κανείς δεν ευρέθη παρανομών. Αλίμονο. Είμαστε μια εκπληκτικά νόμιμη χώρα και τα πανηγύρια μας το αποδεικνύουν.

Η διόλου σεμνή τελετή αρχίζει επισήμως στις 10. Ήδη από το μεσημέρι, όμως, το ντουμάνι από τα σουβλάκια και τα γρούνια (στη Μεσσηνία εκτός από χοιρινό τρώμε και φωνήεντα) έχει σκεπάσει το χωριό και όλοι έχουν δώσει τα ραντεβού τους. Κατά τις 8 αρχίζουν να κατεβαίνουν τα λεφούσια από τα γύρω χωριά, για να πιάσουν το «καλό» τραπέζι. Τα αγροτικά και οι «κούρσες» παρκάρουν παντού, διότι οικόπεδο για το πανηγύρι έχουμε, πάρκινγκ όμως όχι.

Τα ντυσίματα τυφλώνουν. Οι τουρίστες, με τα μαγιό και τις σαγιονάρες, κοιτάνε άναυδοι τα λαμέ, τα λεοπάρ και τα 12ποντα. Οι πιο θαρραλέοι από αυτούς θα μπουν στο πανηγύρι, κυρίως για να γίνουν ντέφι και να συρθούν, κυριολεκτικά, στην πίστα από κάποιον γηγενή.

Ντέφι είναι έτσι κι αλλιώς όλοι από πριν καν ανέβει ο πρώτος μουσικός στο «ικρίωμα». Κρασιά και μπύρες ρέουν εν αφθονία, ενώ πίσω από το αυτοσχέδιο μπαρ είναι στοιβαγμένες ατελείωτες κούτες με Τζόνι Μπλακ, το οποίο πωλείται έναντι του ανάλογου αντιτίμου. Μαύρο Τζόνι Γουόκερ ο μέσος Έλληνας έχει να πιει από τότε που τον ξεβλάχευε ο Κωστόπουλος. Παραδόξως, εδώ, στο ταπεινό επαρχιακό πανηγύρι, φαίνεται να είναι το ποτό που προτιμούν άπαντες· ίσως επειδή ταιριάζει -και αισθητικά- με την ταλαίπωρη γουρνοπούλα, την οποία τεμαχίζει αδιάκοπα και με λύσσα ένας μπαλτάς στον τεράστιο πάγκο. Σου ανεβαίνει η χοληστερίνη μόνο που κοιτάς την τελετουργία και τα ζουμιά να τρέχουν στο έδαφος. Το κρέας πωλείται με το κιλό, το Τζόνι με το μπουκάλι.

Τι ρωτήσατε; Αν κόβονται αποδείξεις; Που να ξέρω, εφορία είμαι; Άσε που μάλλον ούτε η εφορία ξέρει.

Έτσι, με το που ακούγεται το πρώτο echo από το μικρόφωνο, όλοι είναι πανέτοιμοι. Ο χώρος είναι τίγκα, τα λεοπάρ και τα λαμέ έχουν πασπαλιστεί με μπόλικο λίπος, οι κούτες με τα ποτά αδειάζουν ταχύτατα και αντικαθίστανται αστραπιαία με άλλες, νέοι, γέροι και παιδιά περιμένουν το «κυρίως θέμα».

Το κυρίως θέμα ξεκινά με ένα συγκρότημα, ο τραγουδιστής του οποίου μιλάει ακατάληπτα κρητικά και παίζει λύρα, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να ερμηνεύει ικαριώτικα σε remix με Κωνσταντίνο Αργυρό. Όλο το βράδυ έτσι πάει: Τσιφτετέλια και τσάμικα, μπάλοι, ζεϊμπέκικα και καλαματιανοί, όλα καταλήγουν να χορεύονται με τα ίδια (μεθυσμένα) βήματα, όσο οι μουσικοί εναλλάσσονται στη σκηνή, γεγονός που μάλλον δεν προσέχει κανείς.

Μέχρι που, γύρω στις 2 και κάτι, εκεί που λες «ουφ, τελειώνει, θα κοιμηθώ», βγαίνει το μεγάλο όνομα της βραδιάς, συνήθως γένους θηλυκού. Έχει έρθει και η Έφη Θώδη, πανικός στο πανηγύρι, τύφλα να έχει η Μαντόνα. Οι πιτσιρικάδες, που δεν ξέρουν κανένα τραγούδι, αλλά πάνε επειδή «οι μπύρες είναι φτηνές και έχει χαβαλέ», έκαναν ουρά για μια φωτογραφία μαζί της. Η Έφη είναι cult.

Κάποια στιγμή, περνάει και ο Δήμαρχος, με το ποδήλατό του, εποπτεύει ευχαριστημένος και πάει να πιει τσίπουρα κάπου πιο ήσυχα. Στο μεταξύ, ο απέναντι καταστηματάρχης έχει κατέβει σε έξαλλη κατάσταση και ωρύεται διότι του βαράνε οι συναγερμοί καθώς μια εκτεταμένη οικογένεια Ρομά έχει κατασκηνώσει στον περίβολό του.

Κλείνεις παράθυρα, βάζεις κλιματισμό, αλλά το πανηγύρι διαρρηγνύει κάθε φυσικό εμπόδιο και τελικά σε παίρνει κάποιου είδους ύπνος υπό τους ήχους του «με παράσυρε το ρέμα, μάνα μου δεν είναι ψέμα».

Τα ξημερώματα, είσαι ο μόνος που δεν έχει δώσει δικαιώματα και επίσης ο μόνος που θα ήθελε να έχει κοιμηθεί. Το χωριό έχει μια απόκοσμη ησυχία και πώς να μην έχει αφού όλοι οι άλλοι έχουν πέσει εξοντωμένοι για ύπνο. Πρέπει να στρώσουν και δέρμα.

Για τους επόμενους δύο μήνες σχεδόν κάθε βράδυ κι ένα πανηγύρι: η Ανω Μηλίτσα, οι Κάτω Αμπελόκηποι, η Πέρα Καλλιθέα και το Δώθε Βασιλοχώρι θα γίνουν για μια βραδιά το επίκεντρο του γνωστού κόσμου.

Οι άνθρωποι θα γλεντήσουν με την ψυχή τους, πριν οι σκιές μακρύνουν ξανά και το καλοκαίρι φύγει μαζί με τον κόσμο. Σε μια Ελλάδα που αλλάζει ταχύτατα, μερικά πράγματα παραμένουν πάντα ίδια.


Ήθη και έθιμα

Στα αυστηρά κάποτε και τώρα χαλαρωθέντα Έθιμα και – κυρίως – ήθη της Ελλάδος μας, αναφέρονται πολλές ταινίες. Είτε είναι η κυρίως υπόθεσή τους ή όχι.

Τα παραδείγματα πολλά.

Ο γάμος και η τιμή της αδελφής, η προίκα

Πρωταρχική θέση, κατέχει μάλλον η ταινία «Ο Φανούρης και το σόϊ του», παραγωγής 1957 των Αλ. Σακελλάριου και Χρ. Γιαννακόπουλου. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον προικοθήρα και έμπορο Σόλωνα (Χριστόφορος Χειμάρας), ο οποίος απαιτεί προίκα ακριβώς 300 λίρες για να παντρευτεί την μάλλον… σιτεμένη αδελφή, την Κατίνα (Γκέλυ Μαυροπούλου), του Φανούρη (Μίμης Φωτόπουλος), διότι, κυνικότατα, δεν μας κρύβει, ότι υπάρχει και η χήρα με τις 400. Τελικώς όλα βαίνουν καλώς, αφού εμφανίζεται ο ναυτικός Βαγγέλης (Θεόδωρος Δημήτριεφ), παιδικός φίλος της Κατίνας, που την ζητάει σε γάμο κι’ έτσι τρώμε κουφέτα…

Στον «Ατσίδα», του Γιάννη Δαλιανίδη (1962), τα πράγματα είναι λίγο μπλεγμένα αφού ο Θόδωρος Κουρούζος (Παντελής Ζερβός) πατέρας του Αλέκου (Ντίνος Ηλιόπουλος) και της Άννας (Ζωή Λάσκαρη), ενώ σχεδιάζει να βρει μία καλή κοπέλα για τον Αλέκο με καλή προίκα και έναν καλό νέο για την Αννούλα που να μη ζητάει προίκα. Στο τέλος βέβαια όλα βαίνουν καλώς. Την ταινία «αλατίζει» ο μέγας Θανάσης Βέγγος (έπρεπε να πεθάνει για να τον ανακαλύψουν οι κουλτουριαραίοι), που στο ρόλο του σερβιτόρου Θρασύβουλα δογματίζει («Τα πάντα είναι ατμός»), αλλά και μας φανερώνει το… .ίρτζι του (τιμή, αξιοπρέπεια), που δεν θέλει να τον καλείς με… παλαμάκια.

Στην ταινία «Μια κυρία στα μπουζούκια», παραγωγής 1968 του Γιάννη Δαλιανίδη, έχουμε την προσπάθεια των τριών αδελφών Μασούρου (Κώστας Βουτσάς ο Κώστας, Γιάννης Βογιατζής ο Θανάσης και Χρήστος Δοξαράς ο Ηλίας), που αγωνίζονται για την τιμή την αδελφής τους Αννούλας (Ζωή Λάσκαρη).

Ένα πολύ όμορφο σημείωμα για την «προίκα της νύφης» βρήκαμε στο θαυμάσιο Blog «ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ» και σας το προσφέρουμε:

Η προίκα της νύφης

http://roykoymoykoy.blogspot.gr/
Το έστειλε ο Δημήτρης Ακρίτιδης
https://oikohouse.wordpress.com/
Δημήτρης Τσίγγαρας

Κάπου στην καρδιά του Βαλτινού, εκεί που ο χρόνος έχει μιαν άλλη ροή, μια φωτογραφία παγώνει μια στιγμή φορτισμένη από μνήμη και παράδοση.

Ένα κάρο, ταπεινό μα γεμάτο νόημα, παρκαρισμένο κάτω από τη βεράντα ενός πλίνθινου σπιτιού, γίνεται το κέντρο ενός άγραφου τελετουργικού: η προίκα της νύφης.

Οι δύο νεαρές κοπέλες, βλάμισσες του γάμου, σκύβουν με φροντίδα και ευλάβεια πάνω από τα προικιά – στρωσίδια, κουβέρτες, σεντόνια, πετσέτες.

Δεν είναι απλώς αντικείμενα, είναι τα χνάρια μιας ζωής που ετοιμάζεται να ξεκινήσει.

Τα στοιβάζουν με σειρά, σαν να τα ντύνουν με σιωπηλές ευχές για αγάπη, για ευημερία, για σπιτικό γεμάτο ζεστασιά.

Πάνω απ’ αυτές, από τα ξύλινα κάγκελα της βεράντας, ξεπροβάλλουν οι βλάμηδες.

Σιωπηλοί εργάτες της τελετής, με πρόσωπα που κουβαλούν μια παράξενη μίξη συγκίνησης και περηφάνιας, παραδίδουν τα προικιά ένα ένα, σαν να παραδίδουν ένα κομμάτι από την ιστορία του σπιτιού.

Και η ρόδα του κάρου, σκεπασμένη με ξεραμένη λάσπη από τους χωμάτινους δρόμους του χωριού, μαρτυρά πορείες και περάσματα.

Η λάσπη δεν είναι βάρος, είναι μαρτυρία. Δείχνει ότι τούτη η στιγμή είναι καρπός διαδρομής – της νύφης, της οικογένειας, της κοινότητας.

Στην αυλή, ο κόσμος του γάμου παρατηρεί, συμμετέχει σιωπηλά ή με χαμόγελα, σαν μάρτυρες σε μια ιεροτελεστία.

Είναι όλοι εκεί: όχι μόνο για να δουν, αλλά για να νιώσουν, να θυμηθούν, να γίνουν κι αυτοί μέρος του εθίμου που δεν είναι πια απλή παράδοση, αλλά ένας ύμνος στην έννοια του «μαζί».

Μια φωτογραφία που δεν απεικονίζει απλώς ένα στιγμιότυπο, κουβαλά μαζί της το όλο βάρος του παρελθόντος και τη σιωπηλή υπόσχεση του μέλλοντος.

Ένα πέρασμα, από το παλιό στο νέο, με κάρο, με προίκα, με μνήμες.

Πηγή: Η εφημερίδα του Βαλτινού

https://www.dimokratia.gr