Ίσως δεν έχει γίνει αντιληπτό το πραγματικό περιεχόμενο της άρνησης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (ΕισΑΠ) να διεξαχθεί νέα έρευνα για τις υποκλοπές.
Ο ΕισΑΠ επελήφθη εκ νέου, μετά την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την διαβίβαση από το δικαστήριο της υπόθεσης προς τις εισαγγελικές αρχές, αφενός για επιπλέον αδικήματα των ήδη καταδικασθέντων, αφετέρου για διάπραξη των αδικημάτων της πρωτόδικης απόφασης από επιπλέον πρόσωπα.
Στο πλαίσιο αυτό έκρινε ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία για το άνοιγμα της έρευνας, μη γνωστά στο πόρισμα Ζήση.
Η κρίση αυτή είναι τυπικώς ορθή: Μπορεί η κοινή γνώμη να μην είχε πεισθεί (μάλλον δικαιολογημένα), από την κρίση του κ. Ζήση, όμως ο ΕισΑΠ σήμερα καλύπτεται δικονομικώς από αυτήν.
Βέβαια, οι ίδιοι δικονομικοί κανόνες σαφώς επέτρεπαν νέα έρευνα στον ΕισΑΠ – τα περί απόλυτης ακυρότητας είναι μάλλον υπερβολικά.
Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι αυτό. Αλλά ότι ο ΕισΑΠ ουδόλως ασχολήθηκε με τις αποκαλύψεις του καταδικασμένου πρωτοδίκως ιδρυτή της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν για εμπλοκή στην υπόθεση κρατικών αξιωματούχων και αυτής ακόμη της κυβέρνησης.
Τη σημασία των δηλώσεων Ντίλιαν αναδεικνύει το απαλλακτικό για κρατικούς αξιωματούχους πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ζήση. Το 300 σελίδων πόρισμα δεν είναι διαθέσιμο δημοσίως. Περιοριζόμαστε σε ό,τι περιλαμβάνει η σχετική ανακοίνωση της τότε ΕισΑΠ:
"Από το […] πλούσιο αποδεικτικό υλικό συνάγεται αναντίλεκτα ότι δεν υπήρξε καμία απολύτως εμπλοκή με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator ή οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο λογισμικό κρατικής υπηρεσίας και δη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), της Αντιτρομοκρατικής (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) και γενικότερα της ΕΛΑΣ (Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) ή οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού.".
Μετά όμως την καταδίκη του, ο κ. Ντίλιαν προέβη σε δηλώσεις που, αληθείς υποτιθέμενες, ανατρέπουν το πόρισμα Ζήση.
Συγκεκριμένα:
"[…]Το λογισμικό πωλείται μόνο σε κυβερνήσεις και στις αρχές επιβολής του νόμου[…]".
"[…]Δεν θα γίνει ο ίδιος αποδιοπομπαίος τράγος, επειδή κάποιοι θέλουν να κρυφτούν[…]".
"Η [καταδικαστική] απόφαση δεν προσδιόρισε πότε, πού και πώς υποτίθεται ότι στείλαμε τους συνδέσμους για την παραγωγή των παρεμβολών, δεν επικαλέστηκε τεχνική έκθεση που να δείχνει ότι εγώ ή κάποιος που εργαζόταν σύμφωνα με τις οδηγίες μου παρήγαγε τις παρεμβάσεις. Αντίθετα, πολλοί μάρτυρες ανέφεραν την πιθανή παρέμβαση της ΕΥΠ."
"Η διαπραγμάτευση γίνεται μεταξύ εταιρίας και κράτους και πως το δεύτερο, ή οι Αρχές, είναι αρμόδιες να πουν ποιος θα παρακολουθηθεί.[…] Η Intellexa δεν γνωρίζει τους στόχους".
"Η ομάδα μας ανέπτυξε[…] λογισμικό[…] και το παρέχει νόμιμα αποκλειστικά σε εξουσιοδοτημένες κυβερνητικές και αστυνομικές αρχές. Αυτές οι τεχνολογίες έχουν σχεδιαστεί για να υποστηρίζουν τις προσπάθειες εθνικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας των κυρίαρχων κρατών, όλα σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο και τα νομικά πρότυπα της ΕΕ. Δεν λειτουργούμε συστήματα· δεν διεξάγουμε δραστηριότητες επιτήρησης."
"Εκ σχεδιασμού, το λογισμικό μας δεν επιτρέπει σε κανέναν εκτός από τον οργανισμό να γνωρίζει τους στόχους και να γνωρίζει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από τις εθνικές υπηρεσίες. Οι εθνικές υπηρεσίες ορίζουν τους στόχους και εκτελούν την επιχείρηση χωρίς τη γνώση μας.".
"Δεν γνωρίζουμε ποιος έκανε τις παρεμβάσεις. Πιστεύω ότι είναι έγκλημα για ιδιώτες να παρεμβαίνουν στις επικοινωνίες. Αλλά είναι ακόμη πιο σοβαρό έγκλημα να οργανώνουν ένα έγκλημα συνωμοσίας για να στέλνουν αθώους ανθρώπους στη φυλακή προκειμένου να συγκαλύψουν πολιτικές αρχές. Ο Νίξον έχασε την προεδρία του στην υπόθεση Watergate επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει μια επιχείρηση υποκλοπής.".
Ο κ. Ντίλιαν λέει δηλαδή σε περίληψη ότι πουλά λογισμικό μόνον σε κράτη (άρα εν προκειμένω πούλησε στο ελληνικό κράτος) και δεν επιλέγει αυτός ή η εταιρία του, ποιους θα παρακολουθήσει το εκάστοτε κράτος.
Αναφέρεται μάλιστα ο κ. Ντίλιαν ξεκάθαρα σε "πολιτικές αρχές", έμμεσα δε και στην ανώτατη πολιτική εξουσία, συγκρίνοντας ονομαστικά την ελληνική υπόθεση με το αμερικανικό σκάνδαλο Watergate, που οδήγησε τον πρόεδρο Νίξον σε παραίτηση.
Αρνείται πλήρως οιαδήποτε δική του ευθύνη ως ιδιώτη. Και θεωρεί ευθέως πως το γεγονός ότι διώκεται αυτός για την υπόθεση αποτελεί απόπειρα εις βάρος του συγκάλυψης.
Ελήφθησαν τα παραπάνω υπόψη από τον ΕισΑΠ για να απορρίψει τη νέα έρευνα;
Πιθανότατα όχι!
Διότι ο ΕισΑΠ στην πράξη του αναφέρει μόνον ότι, εμπλοκή κρατικών αξιωματούχων "θα έπρεπε, κατά την Ποινική Δικονομία, να προκύπτει και να αναδεικνύεται, με σαφήνεια, από την ακροαματική διαδικασία [δηλαδή, από τη δίκη που ήδη έγινε] και μάλιστα, τέτοιου, από το οποίο να δικαιολογείται η ανάσυρση της αρχειοθετηθείσας δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, από το αρχείο".
Η όλη πράξη συνεπώς καθόλου δεν αναφέρεται στις δηλώσεις Ντίλιαν.
Μήπως τουλάχιστον ανήκαν οι δηλώσεις Ντίλιαν στο υλικό που είχε αξιοποιήσει το πόρισμα Ζήση;
Επίσης, πιθανότατα όχι!
Αφενός διότι τότε ίσως είχε αφιερώσει έστω μια φράση ο ΕισΑΠ στο ότι οι ισχυρισμοί Ντίλιαν ελήφθησαν ήδη υπόψη από το πόρισμα Ζήση και ότι συνεπώς δεν προκύπτουν ούτε ως προς αυτές νέα στοιχεία.
Αφετέρου διότι ο ίδιος ο κ. Ντίλιαν δηλώνει ότι: "Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος.".
Αν παρέμεινε σιωπηλός στη διάρκεια της δίκης, ευλόγως συνάγεται ότι έπραξε το ίδιο και στην προδικασία.
Συνεπώς, οι δηλώσεις Ντίλιαν που εμπλέκουν κρατικούς φορείς και την κυβέρνηση αποτελούν νέα στοιχεία, που θα όφειλε να λάβει υπόψη του ο ΕισΑΠ για το αν θα ανασυρθεί η υπόθεση από το αρχείο.
Είναι γεγονός ότι η παραπάνω πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είχε τυπικώς ως αντικείμενο την εξέταση του διαβιβασθέντος από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών φακέλου.
Όμως, κάθε εισαγγελικός λειτουργός και ακόμη περισσότερο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται και υποχρεούται να κινηθεί αυτεπαγγέλτως, "ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη πληροφορία ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη" (άρθρο 37 ΚΠΔ).
Πιστεύει ειλικρινώς ο ΕισΑΠ ότι από τις δηλώσεις Ντίλιαν δεν προκύπτουν νέα στοιχεία για αξιόποινες πράξεις κρατικών και κυβερνητικών αξιωματούχων;
Η κυβέρνηση είναι κατανοητό να αρνείται την εμπλοκή της.
Το να την αρνείται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είναι μεν σεβαστό θεσμικά, δεν είναι όμως πειστικό.
Αναπόφευκτα ενισχύεται έτσι η εντύπωση έλλειψης ανεξαρτησίας τού Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου λόγω διορισμού του από την κυβέρνηση, πράγμα που η τελευταία εμμέσως ομολογεί με την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
*Δ.Ν., Δικηγόρος
_______________
Αναρτήθηκε από τον Δρ Μιχάλη Τσολάκη
