![]() |
| . |
Οι Έλληνες της Περσίας είχαν μια ακμάζουσα παρουσία στη Περσία (ή από το 1979 Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν) κατά τα ελληνιστικά χρόνια και κατόπιν κατά τον 19ο αιώνα έως και τη δεκαετία του ’80, όταν η αβεβαιότητα για το μέλλον που επικράτησε στη χώρα λόγω της ισλαμικής επανάστασης του 1979 και του πολέμου με το Ιράκ ανάγκασε τους περισσότερους να παλιννοστήσουν στην Ελλάδα.
Η σύγχρονη ελληνική κοινότητα του Ιράν ανάγει την ιστορία της στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, όταν μέλη της οικογένειας Ράλλη και άλλοι έμποροι ξεκίνησαν το συστηματικό εμπόριο μεταξιού και βαμβακιού από τη Ταυρίδα (Ταμπρίζ) της βορειοδυτικής Περσίας προς τη Κωνσταντινούπολη.
Στις 6 Μαΐου 1837 ο Π. Α. Ράλλης ορκίστηκε τον προξενικό του όρκο ενώπιον του βασιλιά Όθωνα της Ελλάδας και έγινε ο πρώτος επίσημος γενικός σύμβουλος της Ελλάδας στο Ιράν (Ταυρίδα), επανεκκινώντας επίσημα τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μετά από πολλούς αιώνες. Τα επόμενα χρόνια άρχισε σταδιακά να αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων από τη Χίο, Κωνσταντινούπολη και τον Πόντο στο βορειοδυτικό Ιράν φτάνοντας τα 3000-4000 άτομα. Οι Έλληνες και οι εταιρείες τους ήταν συγκεντρωμένες κυρίως στη Ταυρίδα, τη Ρασχτ και το Μπαντάρ-ε Ανζάλι όπου επιδίδονταν στην παραγωγή της μετάξης, την ξυλεία, τον καπνό, το εμπόριο και τη ναυτιλία. Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν επιχειρηματίες, πλοιοκτήτες στην Κασπία και γεωκτήμονες, ενώ άλλοι λιγότερο εύποροι ήταν αγρότες και εργάτες. Στις 16 Οκτωβρίου 1861 υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας μεταξύ των δύο χωρών.
Ο πληθυσμός των Ελλήνων στο Ιράν ωστόσο αυξήθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 1920, ως αποτέλεσμα της γενικευμένης μετανάστευσης των Ελλήνων του Πόντου τα χρόνια μετά τη γενοκτονία τους από τους Νεότουρκους. Ένας μεγάλος αριθμός Ποντίων αναζήτησε καταφύγιο προς την ανατολή και συγκεκριμένα στον Καύκασο, αλλά το σοβιετικό καθεστώς τους ανακήρυξε ανεπιθύμητους καπιταλιστές με αποτέλεσμα πολλοί να αναγκαστούν να αποχωρήσουν. Οι περισσότεροι θέλησαν να πάνε τότε στην Ελλάδα από τα νότια, παρακάμπτοντας την εχθρική Τουρκία, αλλά τελικά ένας αριθμός τους περνώντας από το Ιράν έκρινε ότι η ζωή θα ήταν από πολλές απόψεις καλύτερη εκεί: Η Περσία ήταν μια απέραντη και πλούσια χώρα σε αντίθεση με την Ελλάδα, που άλλωστε μετά βίας θα μπορούσαν να αποκαλέσουν πατρίδα τους.
Οι καλές Ελληνοϊρανικές σχέσεις και η Ελληνο-Ιρανική συνθήκη φιλίας του 1931 συντέλεσαν στην ομαλή ενσωμάτωση των Ποντίων στη νέα τους χώρα και στην προϋπάρχουσα Ελληνική κοινότητα. Η κυβέρνηση τους βοήθησε να ενσωματωθούν και παράλληλα τους έδωσε δουλειές σε διάφορα σπουδαία έργα υποδομής που γίνονταν τότε. Οι Πόντιοι επίσης σχημάτισαν την ραχοκοκκαλιά της Ελληνικής κοινότητας στην Τεχεράνη, η οποία άρχισε να υφίσταται τις δεκαετίες του 1930 και 1940.
Το 1951 εγκαινιάστηκε η πρώτη ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Τεχεράνη, η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία ο Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ενώ στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και το σχολείο της κοινότητας. Η εκκλησία βρίσκεται σε πολύ κεντρικό σημείο της πόλης, λίγα μόνο μέτρα από την πρώην Αμερικανική πρεσβεία και σήμερα κέντρο πολιτισμού.
Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 η ελληνική κοινότητα αριθμούσε επίσημα 3000 άτομα. Επιφανή μέλη της κοινότητας ήταν ο τραπεζίτης Μίνως Ζομπανάκης, η Έλλη Αντωνιάδου, ο Κωνσταντίνος Κελετσέκης και άλλοι. Επίσης γνωστοί καλλιτέχνες όπως ο Ιάννης Ξενάκης, Μιχάλης Μακρουλάκης, Γιάννης Τσεκλένης και Ηλίας Λαλαούνης επισκέπτονταν συχνά τη χώρα. Η περίοδος αυτή θεωρείται η πιο ευημερεύουσα για την κοινότητα.
Η Ιρανική Επανάσταση το 1979 και στη συνέχεια ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ (1980-1988) κατέστησαν το Ιράν μια δύσκολη χώρα και παράλληλα η συρρίκνωση των σχέσεων της χώρας με τη Δύση έβλαψε πολύ τις επιχειρήσεις. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το ισλαμικό πολίτευμα που επιβλήθηκε, ώθησαν πολλούς Έλληνες και κυρίως αυτούς που είχαν Ελληνικό διαβατήριο να μεταναστεύσουν μέσα στα επόμενα χρόνια προς την Ελλάδα ή άλλες χώρες της Δύσης.
Το 2000 η Ελληνική κοινότητα στο Ιράν αριθμoύσε επίσημα γύρω στα 100 άτομα. Στη συνέχεια η Κοινότητα εισήλθε σε περίοδο αδράνειας, διότι οι περισσότεροι Έλληνες έφυγαν από τη χώρα. Η λειτουργία του εντευκτηρίου που είχαν, έπαυσε. Ενδέχεται να υπάρχουν και σήμερα ομογενείς που έχουν πλέον αφομοιωθεί.
Στην Τεχεράνη υπάρχει μέχρι και σήμερα η Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία που ανοίγει κυρίως κατά τα Χριστούγεννα και τη Μεγάλη Εβδομάδα, καθώς και το Ελληνορθόδοξο τμήμα του Κοιμητηρίου, το οποίο είναι πλέον εδώ και πολλά χρόνια ανενεργό. H Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ο Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Τεχεράνη, βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Ταλεγκχανί (Taleghani) και Μοφαττέχ (Mofatteh), που πριν την Ισλαμική Επανάσταση ονομάζονταν οδός Ρούζβελτ και οδός Ταχτ ε Γιαμσχιντ (Takht-e Jamshid) αντίστοιχα. Κατασκευάστηκε για να καλύψει τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας της ιρανικής πρωτεύουσας, η οποία μέχρι την Ισλαμική Επανάσταση αριθμούσε 3.000 άτομα και εγκαινιάστηκε το 1951.
Η κοινότητα προσπαθεί να διατηρήσει τα τελευταία μέλη της, διοργανώνοντας κάποιες εκδηλώσεις όπως φιλανθρωπικά παζάρια και γιορτάζοντας τις εθνικές επετείους σε συνεργασία με την Ελληνική Διπλωματική Αρχή. Η Ελληνική οικονομική κρίση ώθησε για μία περίοδο περιορισμένο αριθμό Ελλήνων να ασχοληθούν επιχειρηματικά με το Ιράν, στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, ναυτιλίας, εμπορίου και τουρισμού.

Με πληροφορίες και φωτό από Wikipedia.org
