4.3.26

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΜΠΕΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Του Ευάγγελου Γριβάκου




Ο Πέτρος (Πετρόμπεης) Μαυρομιχάλης, γεννήθηκε στις 6 Αυγ. 1765 στην Τσίμοβα (νυν Αρεόπολη), της Λακωνίας. Υπήρξε σπουδαιότατος πολέμαρχος και πολιτικός ηγέτης της Επανάστασης του 1821. 

Το 1815 διορίσθηκε από την Υψηλή Πύλη ως Μπέης ( ηγεμών) της Μάνης, εξού και η ονομασία «Πετρόμπεης». Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και έκτοτε προσέφερε πολλά χρήματα για τον Αγώνα. Στις 17 Μαρτ. 1821 υψώνει το Λάβαρο της Επανάστασης στην Τσίμοβα και στις 23 Μαρτίου, μαζί και με άλλους οπλαρχηγούς Μανιάτες και Μεσσήνιους, απελευθερώνει την Καλαμάτα και συγκροτεί την «Μεσσηνιακή Γερουσία», με την πρώτη διακήρυξη ανεξαρτησίας προς τις ευρωπαϊκές αυλές. Στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821-22) εκλέγεται αντιπρόεδρος του Βουλευτικού και πρόεδρος κατά την Β’ Εθνοσυνέλευση (1823).


 Έλαβε μέρος στην άλωση της Τριπολιτσάς και του Άργους, στην άμυνα του Μεσολογγίου και στην απόκρουση Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1826}. Στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, 19 Μαρτ. -5 Μαΐου 1827, συνέβαλε στην σύνταξη και επικύρωση του πρώτου καταστατικού χάρτη της Ελλάδος «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» και αποδέχθηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος. Όμως η συμμαχία των δυο ανδρών δεν κράτησε πολύ. 
 Ο Καποδίστριας, υπέρμαχος της θεωρίας της πεφωτισμένης δεσποτείας, άσκησε καταπιεστική συγκεντρωτική κρατική εξουσία που δυσαρέστησε τους Υδραίους καπεταναίους και τους Μανιάτες κοντραμπάσηδες, οι οποίοι εξεγέρθηκαν.

 Ο 66χρονος (τότε) Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε υποκινητής των εξεγέρσεων και κατόπιν εντολής του Καποδίστρια συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στην Ακροναυπλία (Ιτς Καλέ). Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, αποφυλακίζεται με απόφαση της Αντιβασιλείας, διορίζεται αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και τιμάται με τον βαθμό του Αντιστρατήγου . Μετά την αποκατάστασή του, ο ψυχολογικός επηρεασμός του από την δολοφονία Καποδίστρια και τον « χαμό» του γιου και αδελφού του, είχαν αποφασιστική επίδραση στις τις ιδέες και την συμπεριφορά του. 
Στο εξής κινούνταν με μετριοπάθεια παρέχοντας συμβουλές και παραινέσεις κατευνασμού των οξυμμένων πνευμάτων και άμβλυνσης των εμφυλίων παθών.

Τον Δεκέμβριο του 1842 και ενώ ήταν βαριά ασθενής, υποθέτοντας ότι έφθανε το τέλος της ζωής του, υπαγόρευσε στον Γραμματικό του την πολιτική του διαθήκη δια της οποίας απευθύνονταν κυρίως προς την Πατρίδα - Ελλάδα. Κείμενο της διαθήκης παρατίθεται κατωτέρω, με παράλειψη – λόγω ελλείψεως χώρου – των κομματιών αυτής που αναφέρονται στον βασιλέα της Ελλάδος, Όθωνα :

«Φιλτάτη μου Πατρίς. Ο τάφος μου είναι ήδη ανοικτός , εγώ δε ίσταμαι επί των χειλέων αυτού, έτοιμος να πέσω εις την πνοήν της λεπτοτάτης αύρας[….]. Όθεν με αναπαυμένη και ελευθέραν ανοίγω την καρδία μου προς σε[….]. Οι αναμνήσεις του Μαρομιχαλέϊκου Οίκου δίνουν εισέτι πνοή εις εμένα όστις, μετά την απελευθέρωση μικρού (μόνο) μέρους της Πατρίδος μου, δεν εόρτασα νίκην εθνική χωρίς να κλαύσω τον θάνατον των υιών μου, των αδελφών μου, των οικείων μου και χωρίς να έχω άλλην παρηγορίαν, παρά την ενθύμηση ότι εξεπλήρωσα πιστώς τα χρέη μου προς την Πατρίδα και τον Οίκον μου, τον οποίον ύψωσα έτι περισσότερον δια να τον θυσιάσω αφειδώς δια την λαμπράν σου δόξα, Πατρίς[….]. 
Εις τας εσχάτας ημέρας της ζωής μου, παράφορος υπήρξε η οργή τινών (ατόμων) εξαπατηθέντων, οι οποίοι, παρεξηγήσαντες τόσον εμπαθώς την διαγωγήν και τους αγώνας μας, εζήτησαν να αλλοιώσουν και να μεταμορφώσουν παν αίσθημα και φρόνημα του πατριωτισμού και της φιλογενίας μας, εις εγκλήματα [….]. Εμείς, μόνην συναίσθησιν είχομεν των χρεών ημών προς την Πατρίδα, ζητούντες ως αμοιβή την αγάπη της Ελλάδος όλης, νομίζοντες (ότι) ουδέν άλλο προσφιλές έργο (υπάρχει ) ει μη μόνον το καλόν της Πατρίδος [….] και δια να καταπείσωμεν τους φίλους μας ότι δικαίως μας αγαπούν και τους εχθρούς μας ότι αδίκως μας μισούν [….]. 

Μακράν, (λοιπόν) από σε, φιλτάτη Πατρίς, το φάσμα των φατριών. (Δυστυχώς) έχεις δείγματα αναρίθμητα εις πόσα εκινδύνευσες να υποπέσεις δεινά από τας επαράτους φατρίας. Αι ελληνικαί καρδίαι (θα πρέπει) να συγκεντρωθούν εις την λαμπρότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας σου, περί της οποίας ουδεμία πρόνοια υπάρχει. Αυτή εξημερώνει τα ήθη ως απαύγασμα της ουρανίας διδασκαλίας του ενανθρωπήσαντος Yιού (που) γλυκαίνει τα ήθη. Αύτη συνδέει στενά την πολιτική εξουσία με την ισότητα, την ηθική και την πολιτική ανάπτυξιν [….]. Ιδού τώρα ο λίχνος μου ψυχορραγεί και όταν η Πατρίδα μου θα ακούει τους λόγους τούτους, εγώ δεν θα υπάρχω μεταξύ των ζώντων.

[Σημείωση συντάκτη]. Από το σημείο αυτό της διαθήκης άρχεται η αναφορά στον Ι. Καποδίστρια που μεταφέρεται αυτούσια : «Επί του Ιωάννου Καποδιστρίου, άπασα η οικογένειά μου και οι περί αυτήν, εδοκίμασαν αδίκους καταδρομάς (επιθέσεις), περιφρονήσεις και κατατρεγμούς. Εις τούτο δεν θέλω και ούτε εις εμέ ανήκει να δικαιώσω εμαυτόν. Κρίνουσι περί τούτου οι απαθείς (χωρίς φόβο και πάθος) Έλληνες και εις τους αιώνας θέλει κρίνει η αμερόληπτος Ιστορία. Τας παραλόγους περιφρονήσεις και τους αδίκους φυλακισμούς υπέφερα με στοϊκήν (στωική) απάθειαν. Ότι κατέθλιβε και καταθλίβει εισέτι την καρδίαν μου, και το οποίον δεν δύναμαι να αποσιωπήσω, είναι η απάντησις του Ιωάννου Καποδιστρίου προς εμέ συνομιλούντα μετ΄αυτού περί διαφόρων πραγμάτων :

[Διευκρίνηση από τον συντάκτη] : Διαρκούσης της φυλάκισής του, ο Πετρόμπεης ζήτησε ακρόαση από τον Καποδίστρια με προφανή σκοπό, μεταξύ άλλων, και την αποφυλάκισή του. Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την συνάντηση, όμως, κατά τον διάλογο που ακολούθησε μεταξύ τους, ο Καποδίστριας εξετράπη και είπε στον Πετρόμπεη, πάντοτε σύμφωνα με την διαθήκη του: « Είκοσι πέντε εσείς είσαστε οι καταστροφείς του έθνους» , (εννοώντας τους Μαυρομιχαλέους που πολέμησαν κατά τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα του 1821). O Μαυρομιχάλης απάντησε, «πικρώς μειδιών» : «Αλλ’ αυτούς τους φθορείς , εξοχώτατε, ηκολούθησαν όλοι οι Έλληνες και καταπολέμησαν τους τυρράνους των, και απετίναξαν τον ζυγόν των». Ο Καποδίστριας απάντησε: «εφρόνουν ότι οι Έλληνες έχουν τας απαιτουμένας αρετάς, αλλά δυστυχώς δεν το βλέπω». Και η ανταπάντηση του Μαυρομιχάλη : « Ούτε τούτο δεν θεωρείτε ως αρετήν των Ελλήνων ότι (δηλαδή) εγνώρισαν εαυτούς και προσεκάλεσαν υμάς να τους διοικήσητε;» Ο Καποδίστριας προφανώς εκνευρισμένος έδωσε τέλος « πικρώς» στη συζήτηση με την φράση : « (Μαυρομιχάλη), έχεις κι’ άλλα να ειπής;» και « έστρεψε τα νώτα» στον συνομιλητή του. Οι λόγοι ούτοι , γράφει ο Μαυρομιχάλης, πολύ κατεβάρυναν την ψυχήν μου, εκφράζων ήδη αυτούς, αισθάνομαι ανακούφισιν και, λησμονών αυτούς , επιθυμώ να μην τους μνημονεύσει η Ιστορία, δια να μην υπάρχει μια τοιαύτη κηλίς εις την βιογραφίαν του εξόχου διπλωμάτου. Εις τους Έλληνας ανήκει να φέρουν κρίσιν περί του μεγάλου συμβάντος τον οποίον μετέβαλε μεν την μορφήν των ελληνικών πραγμάτων (σ.σ. εννοεί την δολοφονία του Κυβερνήτου), εγώ δε υπέφερον νέον θερισμόν εις την κολωβοθείσαν οικογένειάν μου. Παν ότι δύναμαι να βεβαιώσω και δεν θέλω εύρω δυσκολίαν να πιστευθώ, είναι ότι έμαθον τον θάνατον του Καποδιστρίου μετά τον θάνατον αυτού, όταν λιγότερον επίστευσα (σ.σ. δηλαδή δεν πίστεψα τόσο πολύ) ότι τόσον απότομος καταστροφή έμελλε να μεταβάλλη τας υποθέσεις εις την φάσιν των ελληνικών πραγμάτων. (σ.σ. Αλήθεια), τι μέτρον ήθελον λάβει αν ο υιός μου και ο αδελφός μου εξεμυστηρεύοντο εις εμέ την συνωμοσία των; Ήθελον (εγώ) ακούσει την φωνήν της εκδικήσεως και του αυστηρού πατριωτισμού ; Ή το γήρας αυτό και η θρησκεία ήθεο (ήθελαν) με καταφέρει να λησμονήσω τον Άρχοντα δια να ελεήσω τον άνδρα; Ιδού εξέτασις βασανιστική δι’ εμέ και δια την οποίαν το κοινόν δεν θέλει έχει τόσην σκληράν περιέργειαν. Η θέσις μου και η οικιακή μου κατάστασις προς τις επαναστάσεις είναι γνωσταί εις τους Έλληνας και εις τους ξένους, Γνωσταί είναι και αι θυσίαι των τέκνων μου, των αδελφών , των συγγενών μου και των οικείων μου. Γνωστή είναι εις όλους η σημερινή κατάστασις και η θέσις εις την οποίαν ευρίσκομαι Τούτο είναι μεγάλη ανάπαυσις της συνειδήσεως γηραίας ψυχής και αφιλοκερδούς φιλογενείας. Αυτά διανοούμενος, αυτά φρονών, αυτά λέγων και γράφων εν συνειδήσει καθαράν και αναπαυμένη, έπραξα καταβαίνων εις τον τάφον μου. Αυτά είπον εις την Πατρίδα μου εύσπλαχνε Κύριέ μου και παρέδωκα το καταπονημένον σώμα μου εις την μητέραν μου γην κατά την θείαν σου βούλησίν Σου, την αμαρτωλήν ψυχήν μου εις την θείαν Σου ευσπλαχνίαν.

Υπογραφή : Πέτρος Μαυρομιχάλης

Επιλεγόμενα. Λέγεται ότι αρκετά χρόνια μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ο ίδιος ο Πετρόμπεης , ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να του είπε «Δεν μετράς καλά (τα λόγια σου), φιλόσοφε. Ανάθεμα στους Άγγλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου και το Έθνος έναν άνθρωπο που δεν θα τον ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα».

Τελικά ο Πετρόμπεης δεν πέθανε το 1842 αλλά 6 χρόνια αργότερα, στις 17 Ιαν. 1848, σε ηλικία 83 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν όλες οι σημαίνουσες προσωπικότητες του Ελληνικού Βασιλείου. Ο Όθωνας κήρυξε πενθήμερο πένθος « δια τον Αντιστράτηγον κ. Π. Μαυρομιχάλη». Επικήδειους εκφώνησαν ο Σπυρίδων Τρικούπης και ο Παναγιώτης Σούτσος. Η οικογένειά του, σεβόμενη την επιθυμία του, απαγόρευσε την δημοσίευση της διαθήκη του. Μετά από 55 ολόκληρα χρόνια , ο εγγονός του Πετρόμπεη, Υποστράτηγος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, πήγε στον διευθυντή της εφημερίδας «Νέα Ημέρα Τεργέστης», Ιωάννη Χαλκοκονδύλη και του ζήτησε την δημοσίευση της διαθήκης του πολέμαρχου, όπερ και εγένετο. Η διαθήκη δημοσιεύθηκε αυτούσια στο φύλο της 15ης /28ης Μαρτ. 1903.

Η Πολιτική διαθήκη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη είναι καρπός της εμπειρίας του από τις συγκρούσεις, τις αδικίες και τα πάθη των χρόνων που έζησε και έδρασε. Η αναγραφόμενη στην διαθήκη αγωνιώδης επίκλησή του προς την «φιλτάτην Πατρίδα», όπως παραμείνει μακριά από « το φάσμα τω φατριών», ακουμπά και την δική μας υλιστική εποχή, η οποία απαιτεί καταπολέμηση και εξάλειψη κάθε μορφής φατριών, (κομματικών, θρησκευτικών, κοινωνικών) που κατατρύχουν και οπισθέλκουν την «φιλτάτη Πατρίδα» μας.