![]() |
| Ολο και περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση - και όχι μόνο - θεωρούν τις ΗΠΑ ως απειλή. Πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Καναδών, που πλέον φοβούνται την Ουάσινγκτον όσο τη φοβούνται και οι Κινέζοι |
Η δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται ότι έχει επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι πολίτες άλλων χωρών τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, έχει αυξηθεί αισθητά ο αριθμός των ανθρώπων, τόσο στη Δύση όσο και σε αναδυόμενες οικονομίες, που θεωρούν πλέον τις ΗΠΑ πιθανή απειλή για την ασφάλεια της χώρας τους.
Η μεγαλύτερη μεταβολή, σύμφωνα με τους Financial Times, καταγράφηκε στον Καναδά, όπου οι ανησυχίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα, καθώς ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει τη χώρα με αυστηρούς δασμούς, ακόμη και με σενάρια πολιτικού ελέγχου. Οι Καναδοί, σύμφωνα με τα στοιχεία, εμφανίζονται σχεδόν εξίσου πιθανό να θεωρούν τις ΗΠΑ απειλή όσο και οι Κινέζοι.
Η έρευνα αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταστροφή της διεθνούς κοινής γνώμης, που συνδέεται με την επιθετική εμπορική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης, τη χαλάρωση των παραδοσιακών συμμαχιών, τη θετική στάση απέναντι στη Ρωσία και τις αντιδράσεις της Ουάσινγκτον σε ζητήματα περιορισμού της ελευθερίας του λόγου. Ολα αυτά έχουν συμβάλει στην αποξένωση συμμάχων και εταίρων, αλλά και στην ενίσχυση της καχυποψίας απέναντι στις προθέσεις των ΗΠΑ.
Οι πολιτικοί και διπλωμάτες που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου προετοιμάζονταν για ενδεχόμενες εντάσεις και δηλώσεις που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν το κλίμα. Ωστόσο, γράφουν οι Financial Times, η απουσία του Τραμπ και του αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς από τη διοργάνωση περιόρισε κάπως αυτές τις ανησυχίες. Ορισμένοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι μάλιστα εξέφρασαν την ελπίδα ότι η συνάντηση θα κυλήσει χωρίς ιδιαίτερες συγκρούσεις.
Οπως το έθεσε ένας ευρωπαίος υπουργός Εξωτερικών στους Financial Times: «Ελπίζω να είναι βαρετά». Το κλίμα αυτό αποτυπώνεται στη δημοσκόπηση, η οποία βασίστηκε σε περισσότερους από 11.000 συμμετέχοντες από τις χώρες της G7, καθώς και από τη Βραζιλία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική. Πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, πριν από ορισμένα γεγονότα που επιβάρυναν περαιτέρω τις διεθνείς σχέσεις των ΗΠΑ, όπως η στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα ή απειλές χρήσης στρατιωτικής ισχύος εναντίον της Δανίας σχετικά με τη Γροιλανδία. Νεότερες έρευνες δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη προς την Αμερική συνέχισε να μειώνεται ύστερα από αυτά τα γεγονότα.
Τα δεδομένα, σημειώνουν οι Financial Times, δείχνουν επίσης ότι σε όλες τις χώρες που εξετάστηκαν μειώθηκε το ποσοστό όσων θεωρούν τις ΗΠΑ σύμμαχο. Εξαίρεση αποτελούν οι Βρετανοί, οι οποίοι παραμένουν συγκριτικά πιο θετικοί απέναντι στην Αμερική από ό,τι άλλοι λαοί. Παράλληλα, σε αρκετές χώρες, όπως η Ινδία, η Ιταλία, ο Καναδάς και η Νότια Αφρική, η Κίνα θεωρείται σήμερα λιγότερο απειλητική από ό,τι έναν χρόνο πριν, παρότι το Πεκίνο έχει χρησιμοποιήσει εμπορικούς περιορισμούς και ελέγχους εξαγωγών σε στρατηγικές πρώτες ύλες. Στην Ινδία, μάλιστα, αυξήθηκε ο αριθμός όσων βλέπουν την Κίνα ως πιθανό σύμμαχο, κάτι εντυπωσιακό, αν ληφθούν υπόψη οι συνοριακές διαφορές των δύο χωρών.
Αντιθέτως, στην Ιαπωνία οι ανησυχίες για την Κίνα παραμένουν ιδιαίτερα έντονες, κυρίως λόγω του ενδεχομένου σύγκρουσης για την Ταϊβάν, που θεωρείται ότι θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα την ασφάλεια της χώρας. Σε γενικές γραμμές, σχολιάζουν οι Financial Times, εκτός της Ιαπωνίας, οι πολίτες των περισσότερων χωρών εκτιμούν σήμερα ότι μια κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν θα είχε μικρότερο παγκόσμιο αντίκτυπο σε σχέση με τις εκτιμήσεις που διατυπώνονταν στα τέλη του 2024. Ωστόσο, αυξήθηκαν οι φόβοι για μια πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα και για τις διεθνείς συνέπειες μιας τέτοιας αντιπαράθεσης.
Η πρώτη χρονιά της δεύτερης θητείας του Τραμπ φαίνεται επίσης να άλλαξε την ιεράρχηση των κινδύνων που απασχολούν την κοινή γνώμη. Σε πολλές χώρες αυξήθηκε η ανησυχία για εκστρατείες παραπληροφόρησης από εχθρικές δυνάμεις και για την πιθανότητα εμπορικών πολέμων, ζητήματα που ανέβηκαν σημαντικά στην ατζέντα των πολιτών.
Αντιθέτως, σε αρκετές αναπτυγμένες οικονομίες μειώθηκε ελαφρώς η ανησυχία για την κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, καθώς η προσοχή μετατοπίστηκε σε γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους.
Παρ’ όλα αυτά, καταλήγουν οι Financial Times, για χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Κίνα και η Νότια Αφρική, τα περιβαλλοντικά ζητήματα εξακολουθούν συνολικά να θεωρούνται από τα σημαντικότερα προβλήματα.
__________________________
Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο
.jpg)