13.7.23

Ας ψηφίζουν οι φοίνικες. Ανοικτή επιστολή στον πρωθυπουργό για τους ομογενείς



 Αγαπητέ κ. Πρωθυπουργέ (Από ένα πρώην -και μάλλον μέλλοντα- εξόριστο στο εξωτερικό).

Συγχαρητήρια για την επανεκλογή σας. Γνωρίζετε καλύτερα από τον καθένα όμως ότι ο δρόμος για την κανονικοποίηση της Ελλάδας θα είναι ακόμα πιο δύσκολος τώρα, τη δεύτερη τετραετία σας.

Καλά τα σπουδαία και τα μεγάλα. Καλή η ψηφιοποίηση. Καλή η εξωτερική πολιτική. Καλό το νομοσχέδιο για την ψήφο της ομογένειας. Αλλά, αναρωτιέμαι, για ποιους άραγε γίνεται όλο αυτό; Για ένα Ελληνισμό που γερνάει, συρρικνώνεται και που ακόμα μεταναστεύει;

Πώς νιώθετε στο γραφείο σας υπογράφοντας νομοσχέδια μεταρρυθμίσεων, όταν σκέφτεστε πως οι νέοι της χώρας, ιδιαιτέρως οι μορφωμένοι, εξακολουθούν να κοιτάζουν ως πρώτη επιλογή το εξωτερικό; Εκεί που η αξία τους θα αναγνωριστεί. Που ακόμα και ως ξένοι, μετανάστες, δεν θα νιώθουν υποτελείς αλλά πολίτες, έστω και δεύτερης κατηγορίας. Ποιο το νόημα όταν και αυτοί που γύρισαν με λαχτάρα να ζήσουν και να προσφέρουν, να ζήσουν με την οικογένεια τους, έστω και με λιγότερα χρήματα, βλέπουν ότι η επιστροφή στο κρύο είναι η μόνη λύση να ζήσουν πολιτισμένα;

Με τη γυναίκα μου και την πεντάχρονη πλέον κορούλα μου, ανήκουμε στους 350,000 Έλληνες που μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια. Δεν το θέλαμε. Αλλά ήρθε η κρίση. Όχι μόνη της, έτσι τυχαία. Χρόνια κακοδιαχείρισης μας διέλυσαν τις ζωές. Είδαμε τις τράπεζες (εκεί που δούλευα εγώ) να καταρρέουν. Είδαμε το ΕΣΥ (εκεί που δούλευε εκείνη) να διαλύεται. Είδα τρείς συναδέλφους μου, και ένα αγέννητο μωρό, να καίγονται ζωντανοί, πενήντα μέτρα από εκεί που δούλευα. Επέστρεφα σπίτι μου χοροπηδώντας πάνω από μολότοφ. Περνούσα το δρόμο, και είδα ναζί, στον 21ο αιώνα (!), να περνούν με το βήμα της πάπιας τα φανάρια. Η καρδιά μου πάγωνε. Το μέλλον ήταν άδηλο. Λάθος. Ανύπαρκτο.

Φύγαμε. Μας διώξατε. Εξορία είναι, ας πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Οικονομικοί μετανάστες, μέναμε σε παλιά σπίτια που έσταζαν, μέχρι που ξαναχτίσαμε από την αρχή, και πετύχαμε. Δεν ήταν εύκολα. Οι ντόπιοι είναι πάντα και παντού προτιμητέοι, και εμείς ήμασταν πλέον «ξένοι». Οι υπηρεσίες σύνδεσης με την πατρίδα, οι τράπεζες, οι εφορίες, τα προξενεία, τα ληξιαρχεία, όλα αδιάφορα. Όλα δύσκολα. Ο μετανάστης δεν «ανήκει» πουθενά. Δεν είναι ευπρόσδεκτος. «Εισβολέας» εκεί και «προδότης» εδώ. Πήραμε, μετά από 6-7 χρόνια την απόφαση να γυρίσουμε. Αφού πετύχαμε εκεί, μπορούμε και στον τόπο μας. Να ξαναπροσπαθήσουμε. H κρίση τελείωνε. Ήμασταν πλούσιοι σε εμπειρίες και θέλαμε να τις προσφέρουμε.

Η πραγματικότητα μας προσγείωσε. Η χώρα που αφήσαμε δεν ήταν η χώρα που βρήκαμε. Οι άνθρωποι δεν έκαναν χιούμορ πια. Όλοι αμυντικοί και επιθετικοί ταυτόχρονα. Ανθρωποφαγία, σχεδόν κυριολεκτικά. Όλοι σε αναζήτηση ταυτότητας και αξίας. Είμαστε περήφανοι Ευρωπαίοι, ή σάκος του μποξ; Οι υπηρεσίες δεν άλλαξαν. Το ίδιο αδιάφορες και επιθετικές με τον πολίτη. Στον ιδιωτικό τομέα, εργασιακή ζούγκλα. Πουθενά νέοι άνθρωποι. Οι σαραντάρηδες κολλημένοι σε πίστα εικοσιπεντάρηδων. Οι εικοσιπεντάρηδες χαμάληδες, άφαντοι. Η απορρύθμιση δεν έφερε τον υγιή ανταγωνισμό, αλλά κυκλώματα που λειτουργούν με όρους μαφίας. Ο λόγος; Το κράτος και πάλι απουσιάζει, και τα λεφτά είναι λιγότερα. Για λίγους τα πολλά. Για αυτούς που είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα. Να πατήσουν με κάθε μέσο τους αντιπάλους. Εμείς (που δεν είμαστε); Και πάλι υποτελείς, υποζύγια. Και πάλι τα ίδια διλήμματα του 2012. Λες και ο χρόνος πάγωσε. Μια κοινωνία που δεν ζει, ούτε πεθαίνει. Απλώς κρατάει την ανάσα της. Μέχρι… κάτι.

Σε λίγες εβδομάδες θα υποβάλλετε ένα νομοσχέδιο στη βουλή για να ψηφίζουν πιο άνετα οι ομογενείς. Σας ευχαριστώ. Θα είναι χρήσιμο (οτ)αν ξανα-μεταναστεύσουμε.

Προσωπικά, θα προτιμούσα ένα νομοσχέδιο που θα έδινε σημαντικά κίνητρα στους νεομετανάστες να επαναπατριστούν. Όχι ως υπάλληλοι σε δύσκολους εργοδότες, μαύρη εργασία. Να φέρουν τις ιδέες τους, το κεφάλαιο τους και να στήσουν νέες επιχειρήσεις, τις οποίες θα τρέξουν με εργασιακούς όρους εξωτερικού. Να προσλάβουν νέους, ώστε αυτοί να μείνουν στον τόπο τους. Να αλλάξουν επιτέλους αυτό τον εργασιακό μεσαίωνα που αποδιώχνει το ταλέντο, και, ακόμα χειρότερα, τιμωρεί την καλοσύνη και την αθωότητα.

Ξέρετε, δεν παύετε να μας θυμίζετε την αξία της οικογένειας. Selfies, TikToks…

Ρωτήστε μια μέση Ελληνική οικογένεια τι αβεβαιότητα υφίστανται αυτοί που δεν έχουν εργασία. Αλλά και τι βία βιώνουν αυτοί που έχουν. Ρωτήστε πως νιώθουν οι γονείς όταν βλέπουν τα παιδιά τους να γυρίζουν από τη δουλειά τους τελείως άδεια. Ζουν με τις ενοχές. Αν τα αποδιώξουν, δεν θα γνωρίσουν τα εγγόνια τους. Αν δεν τους δώσουν μια σπρωξιά, θα τα βλέπουν να αργοπεθαίνουν. Ναι, αυτοί είναι που σας ζητάνε «ρουσφέτι». Δεν είναι κακοί, ούτε θέλουν να τα «φάτε μαζί». Απελπισμένοι είναι. Πηγαίνετε μια Κυριακή απόγευμα στο αεροδρόμιο, να δείτε μανάδες και παιδάκια να δακρύζουν, και σκεφτείτε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι η δική σας οικογένεια. Γιατί σίγουρα ήταν η δική μου. Και δεν τρέμω τίποτα περισσότερο σε αυτό τον κόσμο από το να ξαναγίνει.

Το σχέδιο των Γερμανών για να μείνει η Ελλάδα στο Ευρώ ήταν να γίνει μια χώρα φτηνού εργατικού δυναμικού και τουρισμού. Όταν είναι όμως φτηνό το δυναμικό είναι φτηνή και η αξία της ζωής. Όταν δουλεύεις μόνο για τους τουρίστες, τότε ή θα είσαι άεργος, ή υπηρέτης. Και πάντα δυστυχισμένος. Προς το παρόν, η Ελλάδα διώχνει τους επιστήμονες της, και εισάγει φτηνή εργασία για να εξυπηρετηθεί η Αθηναϊκή Ριβιέρα και τα νησιά. Το αποτέλεσμα σε μερικά χρόνια είναι δεδομένο. Δημογραφικά και, μοιραία, οικονομικά.

Δεν είναι κριτική το συγκεκριμένο γράμμα. Γνωρίζουμε όλοι ότι προσπαθείτε. Όμως η κοινωνία ακόμα διαλύεται. Οι άνθρωποι είναι μουδιασμένοι και εν πολλοίς δυστυχισμένοι. Αν δεν με πιστεύετε, κοιτάξτε στα έδρανα της βουλής, τα άκρα που μειδιούν. «Είμαστε εδώ γιατί δεν υπάρχει ελπίδα». Η ιδιωτική εργασία είναι μια μαύρη τρύπα. Για αυτό δεν έχουμε και υψηλό πληθωρισμό. Ποιος να ζητήσει αύξηση; Κανείς δεν τολμά.

Να προσπαθείτε κ. Πρωθυπουργέ. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αρκετές, χρειάζεται όραμα, ελπίδα. Ηγεσία. Για ποιόν γίνονται; Για τους μεγαλύτερους; Για επιχειρηματίες και «επιχειρηματίες» (που συχνά μπαίνουν σε εισαγωγικά για να επιβιώσουν); Για τους τουρίστες; Για τους εταίρους και τους δανειστές; Αν δεν γίνονται για τους νέους, αλλά και για τη Χαμένη Γενιά της κρίσης, τότε απλώς θα μείνουν στα χαρτιά. Μια μελλοντική κυβέρνηση θα ξεχαρβαλώσει το έργο σας σε ένα βράδυ. Και τότε τι θα μείνει; Ένα όνομα σε μια πλακέτα; Ένα άγαλμα; Μια υποσημείωση;

Τι σημασία έχει τι ψηφίζει κάποιος από το εξωτερικό, όταν το εσωτερικό θα είναι μια κενή τουριστική παγίδα; Ας ψηφίζουν οι φοίνικες στην παραλιακή.

Με εκτίμηση

Γιώργος Λαγαρίας

Οικονομολόγος