9.6.22

Μακεδονικό: η επανάσταση της κοινής λογικής

 

                                                                      Του Θωμά Στεφ. Σάρα

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1990,  η Ουάσιγκτον φιλοξένησε τους εταίρους της βόρειο Ατλαντικής Συμμαχίας γνωστής ως ΝΑΤΟ, με την ευκαιρία των γιορτασμών της πεντηκοστής επετείου της συμμαχίας. Η επέτειος γιορτάστηκε πανηγυρικά μέσα σε μια ατμόσφαιρα επίδειξης δύναμης. Στα πλαίσια ωστόσο αυτών  των πανηγυρισμών, οι οποίοι θύμιζαν “ρωμαϊκό θρίαμβο”, πραγματοποιήθηκαν σπουδαίες συζητήσεις πάνω στις επερχόμενες αλλαγές στα Βαλκάνια, τη τύχη του Κόσσοβο και των υπόλοιπων επαρχιών της  πρώην Γιουγκοσλαβίας, καθώς επίσης και τη διαμόρφωση των συνοριακών γραμμών των διαφόρων διοικήσεων της περιοχής. Σύμφωνα με ότι μπορώ να γνωρίζω από Ελληνικής πλευράς, ο πρωθυπουργός της χώρας ήταν παρόν,οι αντιδράσεις του οποίου υπήρξαν ελάχιστες.

Μήνες αργότερα την ίδια χρονιά (1999), πραγματοποιήθηκε στο Τορόντο του Καναδά η ετήσια σύνοδος της πολιτικής ηγεσίας των μελών του ΝΑΤΟ.

Οι εργασίες εκείνης της συνόδου πραγματοποιήθηκαν στο συνεδριακό κέντρο του Μέτρο Τορόντο με συμμετοχή των Υπουργών Άμυνας όλων των χωρών μελών. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο Άκης Τσοχατζόπουλος, Υπουργός Άμυνας, επικεφαλής μιας μικρής αντιπροσωπείας και ένα σχετικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων από την Αθήνα. Την ομάδα αυτή ενίσχυαν ο Πρέσβης της Ελλάδας στο Καναδά Γιάννης Θωμόγλου και ο διευθυντής του γραφείου τύπου της πρεσβείας. Οι συζητήσεις εκείνες, για άλλη μια φορά, περιστράφηκαν γύρω από τις διαμορφώσεις στα Βαλκάνια. Οι πληροφορίες που είχα έλεγαν ότι η ελληνική αντιπροσωπεία βασικά συμφωνούσε με τις αποφάσεις χωρίς να εκδηλώσει καμία ουσιαστική αντίδραση στα σχέδια αυτά αλλαγής των συνόρων.

Οι εργασίες του συνεδρίου έκλεισαν με συνεντεύξεις τύπου των συμμετεχόντων μελών. Στην συνέντευξη της Ελληνικής αντιπροσωπείας, ο Υπουργός αρκέστηκε να δηλώσει ότι όλα πήγαν καλά και ότι η Ελλάδα έφευγε κερδισμένη από την σύνοδο. Ακολούθησε η συνέντευξη τύπου της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ της οποίας προΐστατο ο Υπουργός Άμυνας Δαβίδ Κοχέν, με τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και εκπροσώπους του τμήματος εξωτερικών υποθέσεων.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους ο Αμερικανός πολιτικός τόνισε ότι οι εργασίες πήγαν πολύ καλά και ότι ο ίδιος ήταν πραγματικά ενθουσιασμένος για την συνεργασία και κατανόηση που επέδειξαν όλα τα μέλη.

Κάποια στιγμή κατά την διάρκεια των ερωτήσεων βρήκα την ευκαιρία και ρώτησα τον ομιλητή πως είναι δυνατόν να μιλά για “συνεργασία και κατανόηση”, ενώ την ίδια ώρα οι ειδήσεις ανέφεραν ότι αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας της Τουρκίας παραβίαζαν τον εναέριο χώρο της Ελλάδας, καθώς επίσης ότι μόλις πρόσφατα οι δύο χώρες μέλη της συμμαχίας, ήλθαν τόσο κοντά στο πόλεμο εξ αιτίας ορισμένων ελληνικών βραχονησίδων που διεκδικούσε η “σύμμαχος της Ελλάδας, Τουρκία.”

“Έχεις δίκιο,” συμφώνησε με τα λόγια μου ο Αμερικανός αξιωματούχος της κυβέρνησης Κλίντον, “εδώ έχουμε πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που πιστεύω ότι τελικά είμαστε στο σημείο επίλυσης του, καθώς η Ελληνική πλευρά αποδέχεται ορισμένους συμβιβασμούς ικανοποίησης αιτημάτων της Τουρκίας, παραιτούμενη για τον σκοπό αυτόν δικαιωμάτων της προς όφελος της εδραίωσης της ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών. Αυτή είναι μια υποχρέωση που ανέλαβε η ελληνική πλευρά και πιστεύω ότι σύντομα το θέμα αυτό θα έχει τακτοποιηθεί.” Κατά  σύμπτωση μερικές εβδομάδες αργότερα επισκέφθηκε το Τορόντο ο Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Σιμίτη, Γιώργος Παπανδρέου. Με την ευκαιρία εκείνης της επίσκεψης, οργανώθηκε συνέντευξη τύπου του Υπουργού προς τους φορείς των ομογενειακών μέσων μαζικής ενημέρωσης, σε κεντρικό ξενοδοχείο του Τορόντο. Όταν κάποτε και με αρκετή καθυστέρηση εμφανίστηκε ο Υπουργός αναφέρθηκε πάνω στο πρόγραμμα της κυβέρνησης και υπεραμύνθηκε της πολιτικής του να ονομάσει τους μουσουλμάνους της Θράκης ως Τούρκους. Ζήτησε δε την κατανόηση των  αποδήμων ομογενών οι οποίοι έχουν τις δικές τους εμπειρίες πάνω στο πολύ-πολιτισμό. Αναφερόμενος πάνω στο Μακεδονικό και ιδιαίτερα στην νεοσύστατη δημοκρατία της ΦΥΡΟΜ, ο επί κεφαλής της ελληνικής διπλωματίας δήλωσε ότι “μας συμφέρει σαν έθνος να γειτονεύουμε με μια αδύνατη δημοκρατία την οποία είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε να επιζήσει, παρά να τη σπρώξουμε με την άρνησή της αποδοχής μας στα σλαβόφωνα κράτη της περιοχής, όπως η Βουλγαρία και η Σερβία”. Όταν κάποια στιγμή μου δόθηκε ο λόγος ανάφερα στον Υπουργό τους ισχυρισμούς των Αμερικανών υπευθύνων και τον ρώτησα εάν πραγματικά συμφωνεί μαζί τους. “Για του λόγου του αληθές”, τόνισα, “επικαλούμαι και την μαρτυρία του Πρέσβη σας στο Τορόντο ο οποίος ήταν παρόν και άκουσε αυτά που ειπώθηκαν”, και του έδειξα τον παρακαθήμενό του Γιάννη Θωμόγλου, Πρέσβη της Ελλάδας στην Οτάβα.  Ο υπουργός αφού μου άκουσε, απάντησε: “ Προσωπικά πιστεύω ότι είναι καλύτερα να έχουμε μερικά στρέμματα γης λιγότερα από εκείνα που μας ανήκουν, και να κοιμόμαστε τα βράδια ήσυχοι και ασφαλείς, παρά να έχουμε ότι μας ανήκει και να μην μπορούμε να κλείσουμε μάτι από τον κίνδυνο κάποιας ξαφνικής επίθεσης κακόβουλων γειτόνων εναντίον μας.” Έμεινα με το στόμα ανοικτό από την απάντηση του Υπουργού. Ήταν η πρώτη φορά στα σαράντα  χρόνια της δημοσιογραφικής μου εμπειρίας που δεχόμουν την επιβεβαίωση των πληροφοριών μου από το πλέον υπεύθυνο στόμα, τον υπουργό εξωτερικών υποθέσεων της Ελλάδας. Σύμφωνα με τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες ρώτησα τον Υπουργό εάν είχε ενημερωθεί και συμφωνούσε μαζί του ο Ελληνικός λαός στον οποίο ανήκε η υπό διαπραγμάτευση γη. Δυστυχώς ο τελευταίος δεν πρόλαβε  να απαντήσει καθώς έγινε παρεμβολή από τον γραμματέα τύπου του υπουργού και μου ζητήθηκε να αρκεσθώ μόνο σε μία ερώτηση, “προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία ερωτήσεων και στους υπόλοιπους εκδότες των παροικιακών εντύπων”. Κάτω από αυτές τις συνθήκες υποχρεώθηκα από σεβασμό στο αξίωμα του επισκέπτη να σιωπήσω, χωρίς ωστόσο να μου ξαναδοθεί ο λόγος, ακόμα και όταν η συζήτηση τους στράφηκε στα περί “ανέμων και υδάτων”. Όταν στο τέλος εκείνης της συνέντευξης σηκωθήκαμε για να φύγουμε, με πλησίασε ο υπουργός και δίνοντας μου το χέρι του για την αποχαιρετιστήρια χειραψία μου  ρώτησε εάν και κατά πόσον ικανοποιήθηκα με την απάντησή του. “Αλλά  όμως ο ίδιος γνώριζα την απάντησή σου εδώ και χρόνια”, του δήλωσα, “απλώς σήμερα επιβεβαίωσες και εσύ με αυτά που είπες εκείνα που γράφω”, και πρόσθεσα, “υπήρξα οπαδός συνεργάτης του παππού σου και πραγματικά αισθάνομαι θλίψη  για τις πολιτικές πρακτικές των απογόνων του σπουδαίου εκείνου άνδρα της ελληνικής δημοκρατίας. Σου υπόσχομαι κ. Υπουργέ να αγωνισθώ ενάντια σε αυτά σου τα σχέδια και την πολιτική με όλες τις δυνάμεις τόσο τις δικές μου όσο και της επιθεώρησης, ώστε να ενημερωθεί ο Ελληνικός λαός για τις πραγματικές σας προθέσεις. Επειδή μεταξύ άλλων πιστεύω ότι η εκλογή σου στο κοινοβούλιο των Ελλήνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως δικαίωμα εκποίησης της χώρας. ” Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω ότι η όλη στιχομυθία στην οποία αναφέρθηκα υπήρξε ανοικτή και την άκουσαν  όλοι όσοι βρισκόταν μέσα στην αίθουσα, παρ’ όλα αυτά κανένας των εκπροσώπων των ομογενειακών ΜΜΕ δεν θέλησε έστω και να σχολιάσει τις πολιτικές δηλώσεις του επισκέπτη. Η μοναδική φωνή που αναφέρθηκε σε αυτές ήταν και πάλι  η επιθεώρηση “Πατρίδες”. Αυτή, δυστυχώς, είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα την οποία προσπάθησαν με κάθε θυσία να κρύψουν από τον Έλληνα πολίτη και ψηφοφόρο όλοι εκείνοι που υποτίθεται έταξαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του. Δύο μέρες αργότερα συναντήθηκα, τυχαία, με τον πρέσβη Γιάννη Θωμόγλου. “Τι κεραυνός ήταν αυτός πάλι Θωμά μου”, μου είπε, “ στην κυριολεξία κώλυσες στο τοίχο έναν υπουργό εξωτερικών, πρέπει να γνωρίζεις ότι δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, δεν επιτρέπονται”. “Κάνεις λάθος”, του απάντησα, “ πέρασαν πλέον οι εποχές που πουλούσατε τον Ελληνισμό κατά το δοκούν, σήμερα κάθε πολιτική απόφαση και πράξη υπόκειται στην ανοικτή έρευνα  και κρίση του τύπου και της κοινής γνώμης, επειδή έχει κάθε δικαίωμα ο Ελληνικός λαός να γνωρίζει ποιοι και για το ξεπουλάν”. Ο συνομιλητής μου δεν απάντησε ούτε και θέλησε να δώσει συνέχεια στη συζήτηση.

Ύστερα από μερικές εβδομάδες βρέθηκα και πάλι στην Ουάσιγκτον όπου είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον ομογενή βουλευτή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων πολιτειών Μανώλη  Μπιλιράκη, έναν υπέροχο και παντοδύναμο πολιτικά νομοθέτη του Αμερικανικού Κογκρέσου καταγόμενο από την Κάλυμνο. Η συζήτησή περιστράφηκε και πάλι γύρω από τα Βαλκάνια και τις επερχόμενες αλλαγές. Ομολογώ ότι η πικρία του συνομιλητή μου ήταν τόση ώστε να μην κάνει την παραμικρή προσπάθεια να αποκρύψει την αγανάκτησή του για την απαράδεκτη πολιτική των Αθηναϊκών κυβερνήσεων.(Στο σημείο αυτό θεωρώ υποχρέωση μου να δηλώσω ότι τόσο ο Μανώλης Μπιλιράκης από τις ΗΠΑ, όσο και ο εξάδελφός του Γιάννης Κάννης, ομοσπονδιακός βουλευτής του  Καναδά, κάθε καλοκαίρι επισκέπτονταν την ιδιαίτερη πατρίδα καταγωγής τους, την Κάλυμνο, και με νοικιασμένα σκάφη αναρτούσαν την Ελληνική, Αμερικανική και Καναδική σημαία και αρμένιζαν γύρω από τις βραχονησίδες Ίμια, προκαλώντας την οργή της Άγκυρας, η οποία έφθασε μέχρι του σημείου διπλωματικού διαβήματος προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τις “προκλήσεις” των δύο πολιτικών Ελληνικής καταγωγής.) Το μεγάλο ερώτημα και πάλι ήταν πως θα μπορούσαμε να πιέσουμε την Αθήνα να αναθεωρήσει τις υποσχέσεις και τα σχέδια πολιτικής του 1975, για την εφαρμογή των οποίων πίεζε τόσο έντονα η Άγκυρα και φυσικά τα Σκόπια και η Αλβανία. Κάτω από αυτές τις πραγματικότητες η Αθήνα προχώρησε στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ύστερα από την λήξη της θητείας του Κωστή Στεφανόπουλου. Νέο Πρόεδρος προτάθηκε ένα από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και έμπιστος συνεργάτης του ιδρυτή του κινήματος Ανδρέα Παπανδρέου. Ο υποψήφιος εύκολα κέρδισε τη μάχη της κοινοβουλευτικής αποδοχής, καθώς υποστηρίχθηκε από τα δύο μεγάλα κόμματα εναλλακτικής άσκησης της εξουσίας, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας.

Προσφωνώντας αργότερα το νέο πρόεδρο η πρόεδρος του Ελληνικού κοινοβουλίου Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη του “υπενθύμιζε” ότι κατά την περίοδο της θητείας του στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας πρόκειται να συμβούν “σημαντικές αλλαγές της συνοριακής γραμμής σε βάρος της Ελλάδας, απαραίτητες για την προαγωγή της παγκόσμιας ειρήνης και την ασφάλεια της περιοχής.” Μια πραγματικότητα την οποία γνώριζε πολύ καλά ο νέος πρόεδρος της δημοκρατίας, από τα ποιό έμπιστα στελέχη του Ανδρέα Παπανδρέου, και γνώστης των δεσμεύσεων του αρχηγού του κινήματος για την εφαρμογή του Νατοϊκού σχεδίου “Φαιδόρα”.Ήταν η πρώτη φορά που το πολιτικό κατεστημένο των Αθηνών, τολμούσε ανοικτά πλέον να προετοιμάσει τους Έλληνες πολίτες για τις προθέσεις του να ξεπουλήσει τη Θράκη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Περιοχές τις οποίες απαιτούσε η Άγκυρα ή η “Νέα Τάξη” είχε υποσχεθεί στα Σκόπια, την δε εφαρμογή τους είχε αναλάβει το ΝΑΤΟ. Θα μπορούσε όμως και πάλι ο σκεπτικός αναγνώστης να ισχυρισθεί ότι τα λόγια της κυρίας Μπενάκη μάλλον αποτελούσαν κάποια αόριστη αναφορά για “κάθε ενδεχόμενο”. Ίσως. Έξη μήνες αργότερα, ωστόσο, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον κ. Παπούλια, την Αθήνα επισκέφθηκε το προεδρείο της ΑΧΕΠΑ Αμερικής και Καναδά για το γνωστό “ετήσιο προσκύνημά τους στη προγονική γη”. Ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό των επισκεπτών του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας,  μεταξύ άλλων δήλωσε ότι: “στις μέρες που μας έρχονται θα επιτελεσθούν σημαντικές αλλαγές στον συνοριακό χάρτη της περιοχής σε βάρος της Ελλάδας,” και ζήτησε από τους επισκέπτες του να είναι έτοιμοι για άμυνα και αγώνα. “Αυτός είναι και ο λόγος που θα πρέπει να προετοιμαστείτε για αγώνα εσείς οι απόδημοι”, συμπλήρωσε ο Πρόεδρος.  Μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν σε εκείνη την αποστολή ήταν και ο εκπρόσωπος της ΑΧΕΠΑ Καναδά,  συν-πάροικος Αντώνης Μαυρομαράς, ο οποίος μου δήλωσε πρόσφατα ότι η δήλωση του προέδρου αυτόματα έφερε στη μνήμη του εκείνα που γράφω για δεκαετίες τώρα στην επιθεώρηση “Πατρίδες”. Για τον Κάρολο Παπούλια ήταν μια τραγική ομολογία αποδοχής άσκησης  λαθεμένης πολιτικής τόσο του ιδίου όσο και των κομματαρχών της Αθήνας, η οποία έφερε ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο της χώρας σε κατάσταση ηθικής και ουσιαστικής πτώχευσης. Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να αναφερθώ σε ένα περιστατικό της εποχής εκείνης, μεταξύ του τότε υπουργού εξωτερικών της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, Κάρολου Παπούλια και του συν-πάροικου ομογενούς Χριστόφορου Κύρκου. Κατά την διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στην Αθήνα θέλησε να συναντήσει τον Ηπειρώτη πολιτικό. Στο γραφείο του υπουργού εργαζόταν, ως “σύμβουλος” του υπουργού, πρώην συν-πάροικος της ομογενειακής κοινότητας του Τορόντο, ο οποίος τον έπεισε να συναντηθεί με τον υπουργό κατά την διάρκεια δείπνου, “ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να συζητήσουν με άνεση και χωρίς την πίεση του χρόνου”. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου ο Χριστόφορος δέχτηκε και η συνάντηση πραγματοποιήθηκε, με τη συμμετοχή των τριών, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου “Μεγάλη Βρετανία” στην πλατεία Συντάγματος. Έτσι λοιπόν μεταξύ ποτού και φαγητού ο Κάρολος Παπούλιας, ζήτησε από τον φιλοξενούμενό του να  κάνει οτιδήποτε δυνατόν και να βοηθήσει ώστε να διασπαστεί η “Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής και Καναδά”, προκειμένου να αποδυναμωθεί και να μη φέρνει εμπόδια με τις παρεμβάσεις της,-ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών Αμερικής και Καναδά-, στη χάραξη πολιτικής από την κυβέρνηση των Αθηνών. Υπήρξαν πιθανόν και άλλες λεπτομέρειες γύρω από εκείνη την συνάντηση, χωρίς όμως να μπορώ να αναφερθώ σε αυτές λόγω του ότι δεν έχω τις σχετικές αποδείξεις. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι ύστερα από εκείνη τη συνάντηση και με την επιστροφή του στο Τορόντο ο Χριστόφορος εργάσθηκε με πραγματικό ζήλο και κατόρθωσε να διασπάσει την μεγάλη και μαχητική “Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής και Καναδά”, με τον ισχυρισμό ότι η πρωτοβουλία στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, θα πρέπει να ανήκει, χωρίς παρεμβάσεις, στην υπεύθυνη κυβέρνηση και επομένως ο Καναδάς διαχωρίζει τις ευθύνες του από την αδελφή μαχητική οργάνωση των ΗΠΑ. Αιτία αυτής της ενέργειας του Έλληνα πολιτικού ήταν το γεγονός των αντιδράσεων των εκπροσώπων της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδία ΗΠΑ και Καναδά για την “μονομερή και χωρίς κανέναν απολύτως όρο προστασίας των μελών της ομογένειας της βορείου Ηπείρου,άρση του εμπόλεμου” με την Αλβανία, το οποίο ίσχυε από τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε η κυβέρνηση των Αθηνών να αποδυναμώσει την μαχητικότητα των μελών της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας και να επιβάλλει την πολιτική της, όπως ακριβώς έγινε και με τη Παμ-μακεδονική Αμερικής και Καναδά. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής μπορεί να δει άνετα ο παρατηρητής με την πρόσφατη κρίση του Μακεδονικού, όπου στην απαίτηση ολόκληρου του Ελληνικού έθνους, για την μη αποδοχή του όρου Μακεδονία στην ονομασία του μικρού κρατιδίου των Σκοπίων, η Αθήνα κατόρθωσε να σπάσει τις εντυπώσεις με τη βοήθεια του προέδρου του ΣΑΕ, -ενός κρατικοδίαιτου επιδοτούμενου οικονομικά οργανισμού, ο οποίος υποτίθεται εκπροσωπεί τους απόδημους της γης-, προς όφελος των σχεδίων της. Κάτι παρόμοιο, εξ άλλου, πέτυχε και με το προεδρείο της Παμ-Μακεδονικής Ένωσης του Οντάριο, της οποίας ο πρόεδρος δέχθηκε να έλθει  σε ανοικτή σύγκρουση με ολόκληρη την ομογένεια και το εθνικό κέντρο, με την αποδοχή των πολιτικών αποφάσεων των Αθηνών. Στο σημείο δε αυτό, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι έγκειται και η ειρωνεία της ομολογίας του Προέδρου της Ελληνικής δημοκρατίας, ότι “οι απόδημοι οφείλουν να ενωθούν και να προετοιμασθούν για το μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την Ελλάδα της απώλειας τμημάτων της εθνικής της κυριαρχίας, κάτι που αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο κοντινό μέλλον, μέχρι το 2025”.

Θα πρέπει δε να ομολογήσουμε ότι σε αυτό βοηθήσαμε, λίγο πολύ, όλοι μας. Ορισμένοι με τον πολιτικό καιροσκοπισμό τους και την ελπίδα προσωπικών κερδών σε αμοιβή για την προσήλωση και τις υπηρεσίες τους στις ηγεσίες του κομματικού κατεστημένου άσκησης της εξουσίας της Ελλάδας. Άλλοι με την προσφορά υπηρεσιών με αντάλλαγμα την  εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών κάποιας σταδιοδρομίας στη πολιτική, την διπλωματία ή την εκκλησία, και άλλοι έναντι υπόσχεσης μικρό προνομίων υπό την μορφή επαγγελματικών αδειών ή και οικονομικών δωρεών, χωρίς να μπορούν να φαντασθούν ότι έτσι γίνονται συνεργοί στην μεγαλύτερη κίνηση εθνικής μειοδοσίας που δρομολογήθηκε ποτέ κάτω από συνθήκες ειρήνης, σε βάρος του εθνικού κέντρου και της Ελληνικής επικράτειας.

Πάνω όμως σε αυτό θα επανέλθω με την αντίστοιχη έκδοση του Ιούνη του 2008.

  

Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό εα κ. Αθανάσιο Καραντζίκο