2.5.13

Η λογοτεχνική μας γωνιά



Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές..."ο μέντορας"


της Ρένας Ραψομανίκη


Στο Γουδή, στο μεταξύ, είχαν συντελεστεί αλλαγές. Ο καθηγητής είχε συνταξιοδοτηθεί και ο νεαρός αντικαταστάτης του την πίεσε τελεσιγραφικά να αποφασίσει: έρευνα εδώ μαζί μας ή στο Χημείο με τους Φυσικούς; Το δίλημμα, που ένα χρόνο τώρα είχε αποφύγει αφοσιωμένη  αποκλειστικά στο  εκπαιδευτικό έργο, μπήκε πιεστικό: στις παρυφές ή στον πυρήνα της Φυσικής; Αν το αντιμετώπιζε ψυχρά επαγγελματικά, δεν υπήρχε αμφιβολία πως στην Ιατρική οι προοπτικές εξέλιξης προβλέπονταν πιο ευοίωνες. Δεν είναι έκπληξη που για μια ακόμα φορά διάλεξε τα δύσκολα και πάλι είχε να παλέψει να αποδείξει πως το άξιζε. Έκπληξη είναι που καθοριστική για την απόφασή της στάθηκε η ευκαιρία που παρουσιάστηκε την ίδια στιγμή. Η Αίγλη – είναι κοινό μυστικό -  είχε ένα θέμα με τις ευκαιρίες, θεωρούσε αμαρτία τις αφήσει ανεκμετάλλευτες.


Η συνεργάτης του Παυλάτου έφευγε με εκπαιδευτική άδεια και η θέση έμενε κενή.
Ο Ροδινός πρότεινε την Αίγλη για αντικαταστάτρια.
Μια θέση δίπλα στον υφηγητή Παυλάτο!
Τύχη ανέλπιστη! 
Όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εργαστήριο – εργαζόμενοι και φοιτητές – έτρεφαν απεριόριστο σεβασμό για το πρόσωπό του και τον θεωρούσαν αδιαφιλονίκητο  διάδοχο του καθηγητή - ο τελευταίος δεν έπαιρνε καμία απόφαση, διοικητική ή επιστημονική, χωρίς να τον συμβουλευτεί. Η επιστημοσύνη του ήταν αδιαμφισβήτητη και το γραφείο του καταφύγιο όλων όσοι συναντούσαν πρόβλημα στην έρευνά τους. Το ήπιο προφίλ του τον έκανε αγαπητό μα ποτέ δεν ολίσθησε στον λαϊκισμό προκειμένου να διατηρήσει τη δημοφιλία του. Δεν είχε ποτέ ενταχθεί σε κλίκες, δεν ακούστηκε να συμμετέχει σε  ίντριγκες, δεν τον άγγιζαν μικρότητες και αντιζηλίες και πολλές φορές είχε λειτουργήσει πυροσβεστικά ανάμεσα σε αντιμαχόμενες φατρίες. Βαθιά δημοκρατικός, με την αυθεντική σημασία της λέξης, εξασκούσε την όποια εξουσία είχε – ντε φάκτο ή ντε γιούρε – με δικαιοσύνη και εντιμότητα. Παράλληλα ήταν ένας ερωτεύσιμος άντρας που διέθετε τη γοητεία των γκρίζων κροτάφων (κοινότοπο, σαν περιγραφή μα εκατό τοις εκατό αληθινό).  Φορούσε πάντα μια κοντή, άψογα σιδερωμένη, εκτυφλωτικά λευκή εργαστηριακή μπλούζα που κάλυπτε ίσα- ίσα τους γοφούς και αναδείκνυε τη λεπτή σιλουέτα, υπογράμμιζε το ψηλό ανάστημα και τόνιζε το επιβλητικό παράστημα.

Η Αίγλη αρνήθηκε, από συστολή, να εγκατασταθεί στο γραφείο του – μια ευρύχωρη αίθουσα στο υπόγειο του κτηρίου. Ένιωθε πιο άνετα να βάλει το γραφείο της στην διπλανή αίθουσα ανάμεσα στον ερευνητικό εξοπλισμό. Όπως, όμως, εξελίχθηκαν τα πράγματα περνούσε στο γραφείο του πολύ περισσότερο χρόνο  απ’ ότι στο δικό της. Δίπλα του κάλυψε όλα τα κενά των φοιτητικών χρόνων. Είχε φτάσει η ώρα να αναπληρωθεί ο  χαμένος χρόνος με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνος την πήρε από το χέρι και την έμπασε στη μαγευτική απλότητα του κόσμου της επιστήμης κι εκείνη, που πάντα υπήρξε καλή μαθήτρια αρκεί να είχε τον κατάλληλο δάσκαλο, άνοιγε διάπλατα τα μάτια και ενσωμάτωνε κάθε σταγόνα πληροφορίας μέχρι που έφτανε να λούζεται στο φως της αποκάλυψης. Μεταμορφώθηκε, ξελαμπικάρισε, τίναξε τη σκόνη που είχε σωρεύσει πάνω της η ανεπάρκεια των φοιτητικών χρόνων, γυάλισε κι έλαμψε μ’ ένα λούστρο που δεν ήταν επιφανειακό. Συνειδητοποίησε πως έμοιαζε με ηλιοτρόπιο. Μπορούσε να γίνει εντυπωσιακό, αλλά ποτέ χωρίς την θαλπωρή κάποιου ήλιου από τον οποίο δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια. Εκείνος την καθοδηγούσε, εκείνος την στήριζε κι εκείνη στρεφόταν πάντα προς το μέρος του να παίρνει αξία από την αξία του. Κι ο περίγυρος να θαμπώνεται: “πόσο του μοιάζει”.   

Ωράριο ουσιαστικά δεν υπήρχε, ο χρόνος που περνούσαν μέσα στο υπόγειο περίσσευε έτσι που να δέχεται την ευεργετική επίδραση του και σε τομείς έξω από την επιστήμη.
-Έχεις αντίρρηση ν' ακούμε μουσική όσο τρώμε το μεσημεριανό μας; 
Τοστ με πορτοκαλάδα από το κυλικείο με υπόκρουση Μπαχ από βινύλιο!
Δεν του ήταν δύσκολο να αντιληφθεί πως δεν ήταν εξοικειωμένη με τέτοια ακούσματα  κι άρχισε τη μύηση με πιο ανάλαφρα κομμάτια, μιλώντας της ταυτόχρονα για συνθέτες και τεχνοτροπίες. Τα γονίδια της μουσικής ευαισθησίας που κουβαλούσε από το νησί ενεργοποιήθηκαν κι έμαθε να απολαμβάνει ένα είδος μουσικής που μέχρι τότε ήταν τέρα ινκόγκνιτα και μπορεί να έμενε για πάντα παρεξηγημένο.
Ψίχουλα πάνω σε σελίδες με μαθηματικούς τύπους, που είχαν μείνει ανοιχτές, ο ήχος του πίκολο φλάουτο που συνομιλεί με το φαγκότο, η γλυκόξινη γεύση του πορτοκαλιού στον ουρανίσκο, η μαλακή υφή της τρισδιάστατης απεικόνισης  ισοφασικών επιφανειών, που διακοσμούσε το γραφείο του και εκείνη συνήθιζε να χαϊδεύει  μηχανικά, το άρωμα από τον καπνό της πίπας του. Ένας συνδυασμός από ετερόκλητες αισθήσεις που μπήκαν  στο αρχείο της μνήμης κάτω από την ετικέτα: στιγμές ευφρόσυνες.

Της πρότεινε κινηματογραφικές ταινίες, που συνήθιζαν να σχολιάζουν μετά, ώσπου το αισθητικό της κριτήριο οξύνθηκε και της επέτρεπε να επιλέγει μόνη της, της δάνειζε λογοτεχνικά βιβλία, που ρουφούσε με μανία μέχρι που έφτανε να προσέχει λεπτομέρειες που εκείνος είχε προσπεράσει, την έμαθε να διαβάζει εφημερίδες και να προσέχει τι υπάρχει πίσω από τις γραμμές. Προσπάθησε να την κάνει να ενδιαφερθεί για το σκάκι μα εδώ ήταν περίεργα αρνητική και μάλλον προκατειλημμένη.
Εκεί που ζαχάρωνε όμως ήταν όταν τους άκουγε, κάποιες Δευτέρες, να περιγράφουν με τον Ροδινό τις ορειβατικές  περιπέτειες του Σαββατοκύριακου.
-Πέσαμε σε κάτι σάρες στην Δίρφυ και δεν ξέραμε κατά πού να κάνουμε.
-Μην γίνεσαι υπερβολικός, εδώ τα βγάλαμε πέρα στον Ταΰγετο, τότε που βραχώσαμε, θυμάσαι;
Έκαναν προβολές σε σλάιντς τα λουλουδάκια που είχαν φωτογραφίσει και που δεν τα έπιανε το μάτι σου, έλεγαν, μα μεγεθυμένα στην οθόνη αποκτούσαν την μεγαλοπρέπεια της ενδυμασίας του Σολομώντα. 
Ένας μέντορας! 

Υπήρχε ένας υπόγειος ερωτισμός στη σχέση τους. Ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι έτσι που ήταν ανακατεμένος με δεκάδες άλλα συναισθήματα, δεν μπορούσαν να κλείσουν τ’ αυτιά σε κάποια σχόλια, από συμπαθητικά έως κακεντρεχή, που κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους.  Είναι αλήθεια πως το τυπικό αγκάλιασμα για ανταλλαγή ευχών ήταν μια ιδέα πιο θερμό και διαρκούσε ένα τικ παραπάνω από όσο επιβάλλουν τα πρωτόκολλα των καλών τρόπων. Είναι αλήθεια πως, μετά από ένα καταιγισμό λέξεων που είχαν ανταλλάξει, έπεφτε μια σιωπή, που δεν ήταν διόλου αμήχανη, αντίθετα έλεγε όσα δεν είχαν την ικανότητα να πουν οι λέξεις, μια σιωπή που έκανε την επικοινωνία τους εκκωφαντική. Μα  κανείς από τους δυο δεν πήρε την πρωτοβουλία να προχωρήσει πέρα από μια κόκκινη γραμμή. Εκείνος ήταν παντρεμένος κι εκείνη είχε ένα μόνιμο δεσμό. 
...................................................................................................................................................................

-Δεν ξέρεις πόση χαρά έκανε κάθε φορά που σε άκουγε στο τηλέφωνο. Σε αγαπούσε πολύ, της είπε η γυναίκα του στο νεκροταφείο όπου κηδεύτηκε. 
Από τότε που χώρισαν του τηλεφωνούσε αραιά, αλλά τακτικά. Όταν έμαθε πως ήταν άρρωστος θέλησε να ταξιδέψει να τον επισκεφθεί. Εκείνος αρνήθηκε.
-Θέλω να με θυμάσαι όπως με ήξερες.
Όσο δεν τον εγκαταλείπει η φιλαρέσκεια δεν πρόκειται να πάθει κάτι κακό, είχε σκεφτεί τότε.
...................................................................................................................................................................

Χρόνια αξέχαστα, χρόνια ανεκτίμητα, χρόνια που την ωρίμασαν, την σημάδεψαν, την σμίλεψαν, άφησαν ίχνη μέσα της, την βοήθησαν να σχηματίσει πρότυπα, χρόνια που ανακαλεί με ευγνωμοσύνη, τα πιο δημιουργικά ίσως χρόνια της ζωής της. Οι άνθρωποι που μπαίνουν στον δρόμο  μας είναι καθοριστικοί για συμπεριφορές, επιλογές, στάσεις ζωής. Ευλογημένοι όσοι συναντήθηκαν με  ανθρώπους που μπόρεσαν να τους τραβήξουν προς τα πάνω. 

Αλλά…


Συνεχίζεται...


Γιούλια Ολόμπλαβα