22.5.12

Η λογοτεχνική μας γωνιά


Προεκλογικές ανταύγειες σε παιδικά μάτια

της Ρένας Ραψομανίκη
Πολυσυζητημένο το ακαθόριστα  μελαγχολικό συναίσθημα που εμφανίζεται  τις γιορτές των Χριστουγέννων. 
Μύθος, αυθυποβολή ή πραγματικότητα;
Δεν έχω στοιχεία να αμφισβητήσω τις στατιστικές. 
Μου ακούγονται λογικές οι εξηγήσεις των ψυχολόγων.
Μα αν θα μπορούσα να έχω μια προσωπική  άποψη θα μιλούσα για επίδραση του ηλιοστάσιου. Αυτή η κόπωση του πλανήτη στην  αέναη  πορεία του πάνω στην εκλειπτική, αυτή η ανάγκη να ξαποστάσει, να πάρει μια ανάσα πριν συνεχίσει, πώς να μην φέρει ένα λίγωμα;  
Γίνεται να αφήσει αδιάφορους τους ενοίκους της μια κουρασμένη υδρόγειος 
Σαν να ταξιδεύεις μεσοπέλαγα και να νιώσεις τις μηχανές του πλοίου να επιβραδύνουν ενώ το λιμάνι είναι μακριά. 
Μα εδώ, οι «μηχανές» που μπήκαν στο ρελαντί είναι αόρατες κι αθόρυβες.  Έτσι οι ανυποψίαστοι επιβάτες ψάχνονται να αιτιολογήσουν ένα υποδόριο ξάφνιασμα, μια υπόγεια αναστάτωση, ένα  ξεμυάλισμα που υφέρπει. Και φτάνουν να μελαγχολούν ηδονικά τον Δεκέμβρη, ενώ τον Ιούνη   κυριεύονται από  μια αλλόκοτη ζωντάνια που εκτονώνουν παγανιστικά πηδώντας τις φωτιές του Αη Γιάννη.

Παρασύρθηκα…

Το μόνο που ήθελα να πω είναι πως προσωπικά ποτέ δεν αντιλήφθηκα στις Χριστουγεννιάτικες μέρες τίποτα άλλο από την χαρά της γιορτής, τη ζεστασιά του οικογενειακού τραπεζιού, το ξάναμμα της προσμονής σε  πρόσωπα  που ξετυλίγουν πακέτα. Και γέλια… πολλά γέλια.
Αντίθετα – όσο κι αν ακούγεται παράξενο  - ένα τέτοιο συναίσθημα μελαγχολικής θλίψης με κατακλύζει στις προεκλογικές περιόδους. Θα φταίει που οι εκλογικές μνήμες που κουβαλάω  αφήνουν ένα παιδιάστικο  κατακάθι πίκρας. Σαν γεύση από σοκολατάκι, που ενώ γλείφεις ηδονικά, ελευθερώνει στο τέλος την καυστική – ανοίκεια για παιδικό ουρανίσκο – εντύπωση του αλκοόλ.

Η προεκλογική περίοδος ζωντάνευε τη ρουτίνα της ζωής στο νησί. Οι συζητήσεις των μεγάλων περιστρέφονταν μονοθεματικά πάνω σε προβλέψεις, εκτιμήσεις, προγνωστικά. Προσωπικά είχα παντελή άγνοια για το τι ακριβώς διαδραματιζόταν - οι πηγές πληροφόρησης ήταν απελπιστικά ελλιπείς. Ούτε λόγος να γίνεται  πως ο πατέρας θα συζητούσε ποτέ για πολιτική στο μεσημεριανό τραπέζι, μπροστά στα παιδιά. Ένα από τα δύο έπρεπε να συμβαίνει: ή  μια τέτοια συμπεριφορά ήταν ενταγμένη στην γενικότερη προστατευτική κοσμοθεωρία που θέλει να  κρύβονται αλήθειες από τα παιδιά, με στόχο την  επιμήκυνση του χρόνου της αθωότητας  ή ήταν μια πρόνοια να μη διαρρεύσουν από τους τοίχους του σπιτιού πληροφορίες που καλό θα ήταν να μείνουν κλεισμένες μέσα.  Οι φίλες μου ήταν εξ ίσου βαθιά νυχτωμένες, μεγαλώνοντας σε παρόμοια οικογενειακά περιβάλλοντα. Οι εκλογές, λοιπόν, είχαν για μένα το ίδιο ενδιαφέρον  με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα: ένα παιχνίδι των μεγάλων που σου έδινε το δικαίωμα να πανηγυρίζεις, αρκεί να ήσουν με την πλευρά του νικητή.

Ο κεντρικός δρόμος της πόλης άλλαζε το γνώριμο καθημερινό ντύσιμο χωρίς όμως να φοράει τη σεμνή γαλανόλευκη περιβολή των εθνικών επετείων. Η πολύχρωμη φορεσιά του – μόνο ένας θεός ξέρει γιατί – φάνταζε στα παιδικά μου μάτια ερεθιστικά ξετσίπωτη. Με θυμάμαι να παρατηρώ προσεκτικά τις αφίσες με τους λογότυπους, τα χαρακτηριστικά χρώματα και να εξοικειώνομαι με τις φιγούρες των υποψήφιων. Το μπρα-ντε φερ για την κατάκτηση της μοναδικής έδρας του νησιού διεξαγόταν ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο μόνο συμπολίτες και για την ανάληψη της πρωθυπουργίας ανάμεσα στους αρχηγούς των δύο κομμάτων - ένα τρίτο δεν με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα, αφού είχα καταλάβει πως δεν έπαιζε με αξιώσεις νίκης. 

Η τελευταία βδομάδα κουβαλούσε την έξαψη της κορύφωσης. Οι κεντρικές προεκλογικές συγκεντρώσεις έμοιαζαν παραλήρημα, με τον κόσμο να ξεφαντώνει, εκδηλώνοντας τον ενθουσιασμό του περισσότερο κι από τις απόκριες ακόμα. Θα  μου άρεσε να τις παρακολουθούσαμε όλες, μα το πρωτόκολλο έλεγε πως έπρεπε να πάμε μόνο στους «δικούς μας». Περπατούσαμε  οικογενειακώς  μέχρι την πλατεία όπου είχε στηθεί η εξέδρα. Ομοϊδεάτες  συγκεντρώνονταν από κάθε γωνιά της πόλης. Φαίνεται όμως πως κατέφθαναν ενισχύσεις  και από τα γύρο χωριά κάνοντας την πλατεία να ασφυκτιά. Οι πιο θερμοί οπαδοί κρατούσαν σημαιούλες με τα χρώματα του κόμματος και ζητωκραύγαζαν στις κορώνες του ομιλητή ή σε κάθε αναφορά  στο όνομα του αρχηγού. Μπροστά – μπροστά κάτω από την εξέδρα κάποιοι κρατούσαν πανό, όπου με μεγάλα πολύχρωμα γράμματα διατράνωναν την εμπιστοσύνη τους  στον υποψήφιο και την πίστη τους ότι είναι ο αυριανός βουλευτής. Ο ομιλητής, από την άλλη, ανατροφοδοτούσε τα συναισθήματά τους, διαβεβαιώνοντας για την επικείμενη επικράτηση, πράγμα που εγώ πάντα πίστευα μια και το έλεγε με τόση σιγουριά. Κατά τα άλλα δεν καταλάβαινα σε τι ακριβώς αναφερόταν και ποιο ήταν το διακύβευμα, όχι μόνο γιατί είχα πολλές άγνωστες λέξεις, αλλά και γιατί συνεχώς η ομιλία διακοπτόταν από το κοινό που φώναζε συνθήματα κάνοντάς με να χάνω τον ειρμό – αν στ’ αλήθεια υπήρχε ειρμός. Με συνέπαιρνε όμως όλη αυτή η πανηγυρική ατμόσφαιρα, τόσο διαφορετική από τις συνηθισμένες γιορτές - θρησκευτικές ή εθνικές.

Συνεχίζεται... 



--
 Γιούλια Ολόμπλαβα