Η μουσταλευριά...ο τρύγος
της Ρένας Ραψομανίκη
Εκείνο το πρωί – τέλος Σεπτέμβρη - το θέμα της εκπομπής ήταν η μουσταλευριά και ο επίλογος έβγαζε μια πίκρα.
"Τα εγγόνια μου, και μαζί όλη η γενιά τους, δεν πρόκειται να δοκιμάσουν την γλύκα της.Ένα ακόμα είδος προς εξαφάνιση."
Όπως ξετρυπώνουν τα φιδάκια με τις πρώτες ανοιξιάτικες ζέστες, παιδικές μνήμες βγήκαν από τον λήθαργο και κουβάλησαν μέσα της πρόσωπα, ήχους, αρώματα, γεύσεις, χρώματα...
Μέρες τρύγου στο πατρικό της.
Ένα πανηγύρι που ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους. Μια πρωθύστερη διονυσιακή έκσταση, που δεν ήταν αποτέλεσμα οινοποσίας, αλλά αυτής τούτης της προσμονής του οίνου.
Πριν ακόμα βγει ο ήλιος και πιάσει ζέστη, οι βούρτσες έπαιρναν φωτιά στα γυναικεία χέρια να τρίψουν με ξεχωριστή επιμέλεια τον μεγάλο λαξευτό πέτρινο ληνό μέχρι που η πέτρα να γίνει άσπρη, ξέξασπρη. Οι τρυγητές έσπρωχναν τα βαρυφορτωμένα χειροκίνητα καρότσια, κυλώντας τα πάνω στη μοναδική τους ρόδα, και τα άδειαζαν στο πατητήρι σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο βουνό από σταφύλια. Από την παρέα δεν θα μπορούσαν να λείψουν μέλισσες - η μοσχοβολιά είχε ερεθίσει τις κεραίες τους από μακριά - που φλέρταραν τις λαχταριστές ρόγες με το μετέωρο πέταγμα τους διαχέοντας ένα ασταμάτητο ζουζούνισμα . Η μάνα έπλενε σχολαστικά τα πόδια των παιδιών και ο πατέρας τα σήκωνε από τις μασχάλες και τα ανέβαζε επάνω στο σωρό να συντροφέψουν τους υπόλοιπους πατητές με τα ανασηκωμένα μπατζάκια.
Τι αίσθηση!
Να βουλιάζεις ηδονικά μέχρι το γόνατο μέσα στον μαλακό και ζουμερό καρπό που υποχωρεί κάτω από την πίεση των ποδιών και να τσαλαβουτάς στο υγρό που ελευθερώνεται μέσα από τις τσαλαπατημένες ρόγες.
Να χοροπηδάς σαν μεθυσμένη από τη μιαν άκρη του ληνού στην άλλη και να μην μπορούν να σε συμμορφώσουν ούτε παραινέσεις, ούτε συμβουλές ούτε καν απειλές.
Να παραβγαίνεις με τ’ αδέλφια σου ποιος θα προλάβει να λιώσει εκείνο το συγκεκριμένο τσαμπί και ν’ ακούγονται γέλια και ξεφωνητά και τραγούδια.
Χωρίς να λείπουν και τα κλάματα, όταν κάποια παραζαλισμένη μέλισσα έκανε λάθος, νομίζοντας πώς απειλείται, και βύθιζε φαρμακερό κεντρί σ’ ένα λευκό και τρυφερό μπουτάκι. Κι ήταν η σειρά της γιαγιάς να πάρει τον πόνο με αμμωνία, γλυκόλογα και χάδια και να καταλαγιάσει τους λυγμούς με τον μοναδικό τρόπο των γιαγιάδων.
Έφτανε η ώρα να βγει ο πύρος, που κρατούσε μέχρι τότε κλειστή την δίοδο διαφυγής, και να επιτρέψει στο πολύτιμο υγρό να κυλίσει σε μεγάλα δοχεία που θα γέμιζαν στη συνέχεια τα τεράστια δρύινα βαρέλια. Οι άντρες βουτούσαν στον χυμό ένα περίεργο όργανο – σαν μεγάλο θερμόμετρο – και μετρούσαν τα γράδα σχολιάζοντας την ποιότητα του αναμενόμενου κρασιού.
Τα υπολείμματα των σταφυλιών μεταφέρονταν με ξύλινα φτυάρια στην πρέσα για το ολοκληρωτικό στύψιμο, μα τα παιδιά δεν είχαν θέση σ' αυτό το κομμάτι της διαδικασίας - που χρειαζόταν άλλωστε αντρική μυική δύναμη.
Εξάλλου, η πολύωρη επαφή με γλυκόζη και φρουκτόζη - ηδονική στην αρχή - καταντούσε μια σιχαμερή αίσθηση γλίτσας καθώς τα πόδια κολλούσαν και οι πατούσες είχαν μουλιάσει και ζαρώσει . Η ευεργετική επίδραση του νερού ήταν, πια, πιεστική ανάγκη. Νερό από το πηγάδι που πέφτει καταιγιστικά καθώς έμπειρα χέρια αναποδογυρίζουν απότομα τον κουβά.
Νερό που ξεπλένει, δροσίζει, φρεσκάρει, ανανεώνει.
Η ανακούφιση της κάθαρσης μετά την κραιπάλη.
Οι γυναίκες είχαν βάλει φωτιά στους σωρούς των ξύλων που περίμεναν από το πρωί. Τα τεράστια φρεσκογανωμένα καζάνια έβρισκαν τη θέση τους πάνω σε καπνισμένους σιδερένιους τρίποδες για να ακολουθήσει το «χώρισμα» του μούστου. Με τεχνικές που παραδίνονταν προφορικά από μάνα σε κόρη κι από γιαγιά σε εγγονή ο μούστος ξελαμπικάριζε με την επίδραση της στάχτης κι έτσι λαγαρός μεταγγιζόταν προσεκτικά σε καθαρές κατσαρόλες αφήνοντας ένα πηχτό κατακάθι στον πάτο του καζανιού. Ο πεντακάθαρος μούστος συνέχιζε να βράζει στα καινούργια δοχεία να συμπυκνωθεί σε πετιμέζι. Γυάλινα μπουκάλια αραδιασμένα στο πέτρινο πεζούλι περίμεναν να γεμίσουν με το παχύρευστο σκοτεινό υγρό, να κλείσουν ερμητικά, να αποθηκευτούν στο κελάρι περιμένοντας τον χειμώνα.
Είχε σκοτεινιάσει πια όταν παιζόταν η τελευταία πράξη στην κουζίνα όπου η πιο έμπειρη και ικανή γυναίκα του σπιτιού, αναψοκοκκινισμένη και ιδρωμένη, ανακάτευε αλεύρι και πετιμέζι πάνω στη φωτιά δυναμικά και σταθερά με μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Ήθελε τέχνη να μην σβολιάσει. Τελευταία έμπαιναν στον χυλό τα χοντροκομμένα καρύδια. Η μουσταλευριά ήταν έτοιμη να σερβιριστεί σε ρηχά πιάτα, να πασπαλιστεί με σουσάμι και κανέλα και να μείνει να κρυώσει και να πήξει. Μα όλο και κάποιος ανυπόμονος θα λιμπιζόταν το λαχταριστό γλύκισμα κι ένα δαχτυλάκι θα βουτούσε πρόωρα , αφήνοντας το ίχνος της λαιμαργίας του και κάνοντας την μητέρα να κυνηγάει, κραδαίνοντας στο χέρι την κουτάλα σαν ρομφαία, να τιμωρήσει τον υπαίτιο – αν κατάφερνε να τον ξετρυπώσει βέβαια.
Το βράδυ ξάπλωνε ξεθεωμένη από την κούραση και τις συγκινήσεις της ημέρας με την γεύση της μουσταλευριάς ακόμα στον ουρανίσκο και το στομάχι φουσκωμένο από την εξαιρετική λιχουδιά. Ακολουθούσε ο ύπνος του χορτασμένου.
Α, και να ’ταν ο τρύγος δυο φορές το χρόνο, για να μην σου πω και τρεις.
Συνεχίζεται...
Αναρτήθηκε από Γιούλια Ολόμπλαβα
της Ρένας Ραψομανίκη
Εκείνο το πρωί – τέλος Σεπτέμβρη - το θέμα της εκπομπής ήταν η μουσταλευριά και ο επίλογος έβγαζε μια πίκρα.
"Τα εγγόνια μου, και μαζί όλη η γενιά τους, δεν πρόκειται να δοκιμάσουν την γλύκα της.Ένα ακόμα είδος προς εξαφάνιση."
Όπως ξετρυπώνουν τα φιδάκια με τις πρώτες ανοιξιάτικες ζέστες, παιδικές μνήμες βγήκαν από τον λήθαργο και κουβάλησαν μέσα της πρόσωπα, ήχους, αρώματα, γεύσεις, χρώματα...
Μέρες τρύγου στο πατρικό της.
Ένα πανηγύρι που ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους. Μια πρωθύστερη διονυσιακή έκσταση, που δεν ήταν αποτέλεσμα οινοποσίας, αλλά αυτής τούτης της προσμονής του οίνου.
Πριν ακόμα βγει ο ήλιος και πιάσει ζέστη, οι βούρτσες έπαιρναν φωτιά στα γυναικεία χέρια να τρίψουν με ξεχωριστή επιμέλεια τον μεγάλο λαξευτό πέτρινο ληνό μέχρι που η πέτρα να γίνει άσπρη, ξέξασπρη. Οι τρυγητές έσπρωχναν τα βαρυφορτωμένα χειροκίνητα καρότσια, κυλώντας τα πάνω στη μοναδική τους ρόδα, και τα άδειαζαν στο πατητήρι σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο βουνό από σταφύλια. Από την παρέα δεν θα μπορούσαν να λείψουν μέλισσες - η μοσχοβολιά είχε ερεθίσει τις κεραίες τους από μακριά - που φλέρταραν τις λαχταριστές ρόγες με το μετέωρο πέταγμα τους διαχέοντας ένα ασταμάτητο ζουζούνισμα . Η μάνα έπλενε σχολαστικά τα πόδια των παιδιών και ο πατέρας τα σήκωνε από τις μασχάλες και τα ανέβαζε επάνω στο σωρό να συντροφέψουν τους υπόλοιπους πατητές με τα ανασηκωμένα μπατζάκια.
Τι αίσθηση!
Να βουλιάζεις ηδονικά μέχρι το γόνατο μέσα στον μαλακό και ζουμερό καρπό που υποχωρεί κάτω από την πίεση των ποδιών και να τσαλαβουτάς στο υγρό που ελευθερώνεται μέσα από τις τσαλαπατημένες ρόγες.
Να χοροπηδάς σαν μεθυσμένη από τη μιαν άκρη του ληνού στην άλλη και να μην μπορούν να σε συμμορφώσουν ούτε παραινέσεις, ούτε συμβουλές ούτε καν απειλές.
Να παραβγαίνεις με τ’ αδέλφια σου ποιος θα προλάβει να λιώσει εκείνο το συγκεκριμένο τσαμπί και ν’ ακούγονται γέλια και ξεφωνητά και τραγούδια.
Χωρίς να λείπουν και τα κλάματα, όταν κάποια παραζαλισμένη μέλισσα έκανε λάθος, νομίζοντας πώς απειλείται, και βύθιζε φαρμακερό κεντρί σ’ ένα λευκό και τρυφερό μπουτάκι. Κι ήταν η σειρά της γιαγιάς να πάρει τον πόνο με αμμωνία, γλυκόλογα και χάδια και να καταλαγιάσει τους λυγμούς με τον μοναδικό τρόπο των γιαγιάδων.
Έφτανε η ώρα να βγει ο πύρος, που κρατούσε μέχρι τότε κλειστή την δίοδο διαφυγής, και να επιτρέψει στο πολύτιμο υγρό να κυλίσει σε μεγάλα δοχεία που θα γέμιζαν στη συνέχεια τα τεράστια δρύινα βαρέλια. Οι άντρες βουτούσαν στον χυμό ένα περίεργο όργανο – σαν μεγάλο θερμόμετρο – και μετρούσαν τα γράδα σχολιάζοντας την ποιότητα του αναμενόμενου κρασιού.
Τα υπολείμματα των σταφυλιών μεταφέρονταν με ξύλινα φτυάρια στην πρέσα για το ολοκληρωτικό στύψιμο, μα τα παιδιά δεν είχαν θέση σ' αυτό το κομμάτι της διαδικασίας - που χρειαζόταν άλλωστε αντρική μυική δύναμη.
Εξάλλου, η πολύωρη επαφή με γλυκόζη και φρουκτόζη - ηδονική στην αρχή - καταντούσε μια σιχαμερή αίσθηση γλίτσας καθώς τα πόδια κολλούσαν και οι πατούσες είχαν μουλιάσει και ζαρώσει . Η ευεργετική επίδραση του νερού ήταν, πια, πιεστική ανάγκη. Νερό από το πηγάδι που πέφτει καταιγιστικά καθώς έμπειρα χέρια αναποδογυρίζουν απότομα τον κουβά.
Νερό που ξεπλένει, δροσίζει, φρεσκάρει, ανανεώνει.
Η ανακούφιση της κάθαρσης μετά την κραιπάλη.
Οι γυναίκες είχαν βάλει φωτιά στους σωρούς των ξύλων που περίμεναν από το πρωί. Τα τεράστια φρεσκογανωμένα καζάνια έβρισκαν τη θέση τους πάνω σε καπνισμένους σιδερένιους τρίποδες για να ακολουθήσει το «χώρισμα» του μούστου. Με τεχνικές που παραδίνονταν προφορικά από μάνα σε κόρη κι από γιαγιά σε εγγονή ο μούστος ξελαμπικάριζε με την επίδραση της στάχτης κι έτσι λαγαρός μεταγγιζόταν προσεκτικά σε καθαρές κατσαρόλες αφήνοντας ένα πηχτό κατακάθι στον πάτο του καζανιού. Ο πεντακάθαρος μούστος συνέχιζε να βράζει στα καινούργια δοχεία να συμπυκνωθεί σε πετιμέζι. Γυάλινα μπουκάλια αραδιασμένα στο πέτρινο πεζούλι περίμεναν να γεμίσουν με το παχύρευστο σκοτεινό υγρό, να κλείσουν ερμητικά, να αποθηκευτούν στο κελάρι περιμένοντας τον χειμώνα.
Είχε σκοτεινιάσει πια όταν παιζόταν η τελευταία πράξη στην κουζίνα όπου η πιο έμπειρη και ικανή γυναίκα του σπιτιού, αναψοκοκκινισμένη και ιδρωμένη, ανακάτευε αλεύρι και πετιμέζι πάνω στη φωτιά δυναμικά και σταθερά με μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Ήθελε τέχνη να μην σβολιάσει. Τελευταία έμπαιναν στον χυλό τα χοντροκομμένα καρύδια. Η μουσταλευριά ήταν έτοιμη να σερβιριστεί σε ρηχά πιάτα, να πασπαλιστεί με σουσάμι και κανέλα και να μείνει να κρυώσει και να πήξει. Μα όλο και κάποιος ανυπόμονος θα λιμπιζόταν το λαχταριστό γλύκισμα κι ένα δαχτυλάκι θα βουτούσε πρόωρα , αφήνοντας το ίχνος της λαιμαργίας του και κάνοντας την μητέρα να κυνηγάει, κραδαίνοντας στο χέρι την κουτάλα σαν ρομφαία, να τιμωρήσει τον υπαίτιο – αν κατάφερνε να τον ξετρυπώσει βέβαια.
Το βράδυ ξάπλωνε ξεθεωμένη από την κούραση και τις συγκινήσεις της ημέρας με την γεύση της μουσταλευριάς ακόμα στον ουρανίσκο και το στομάχι φουσκωμένο από την εξαιρετική λιχουδιά. Ακολουθούσε ο ύπνος του χορτασμένου.
Α, και να ’ταν ο τρύγος δυο φορές το χρόνο, για να μην σου πω και τρεις.
Συνεχίζεται...
Αναρτήθηκε από Γιούλια Ολόμπλαβα