Οκ. Σιβιτανίδης, κάνοντας τον δικηγόρο του Μακαρίου, επιχειρεί να τον δικαιολογήσει και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο Μακάριος έκανε την ανεκδιήγητη, απαράδεκτη και επιζήμια ομιλία του στις 19 Ιουλίου 1974 στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Αλλά ούτε ο κ. Σιβιτανίδης ούτε κανείς άλλος, εκτός ίσως από τον Ζήνωνα Ρωσσίδη γνώριζε τι είχε κατά νουν ο Μακάριος και τι επιδίωκε με την ομιλία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι να εξετάσουμε ποιες ήταν οι επιπτώσεις της ομιλίας και όχι τι ανέμενε ο Μακάριος. Διότι η πολιτική ιστορία του Μακαρίου χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολιτικής κρίσης και ανικανότητας να προβλέψει τις επιπτώσεις των πράξεων και αποφάσεών του.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κάτοχος πανεπιστημιακών προσόντων για να διακρίνει ότι η όλη ομιλία του Μακαρίου αποτελούσε φανερή πρόσκληση προς την Τουρκία για εισβολή. Ακόμα και αν, με τις επιθέσεις και κατηγορίες του κατά της Ελλάδας έπειθε το Συμβούλιο Ασφαλείας να εγκρίνει ψήφισμα υπέρ του, έπρεπε να γνωρίζει ότι αυτό θα ήταν άνευ αντικρίσματος σε στρατιωτικής φύσεως εξελίξεις.
Ο κ. Σιβιτανίδης υποβάλλει το ερώτημα κατά πόσον η ομιλία του Μακαρίου νομιμοποίησε την εισβολή και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τουρκική Εισβολή, σύμφωνα με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ δεν ήταν νόμιμη. Ασφαλώς δεν ήταν νόμιμη. Παραβλέπει όμως τη Συνθήκη Εγγυήσεως, η οποία επιτρέπει σε μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, μετά από διαβούλευση, να λάβει μονομερώς όποια μέτρα κρίνει αναγκαία για να επαναφέρει, το καθεστώς που καθορίζουν οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (ενώ η Τουρκία τη χρησιμοποίησε για να επιβάλει τη διχοτόμηση). Ήδη η Τουρκία είχε λάβει στις 17 Ιουλίου το πράσινο φως για εισβολή από την τρίτη εγγυήτρια δύναμη, τη Βρετανία, κατά τις συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Λονδίνο, και αυτό μάλιστα με τη συγκατάθεση του Μακαρίου. Όπως μαθαίνουμε από την τηλεφωνική συνομιλία Κάλαχαν-Κίσινγκερ την ίδια μέρα, με την απόφαση αυτή ήταν σύμφωνα τόσο τα μέλη της ΕΟΚ όσο και του ΝΑΤΟ. Ο μόνος ο οποίος είχε ενδοιασμούς για το αποτέλεσμα και πρόβλεψε τις τραγικές συνέπειες ήταν ο Κίσινγκερ. Επομένως, φτάνοντας στη Νέα Υόρκη στις 18 Ιουλίου, ο Μακάριος γνώριζε ότι η Τουρκία θα διενεργούσε στρατιωτική επέμβαση για να τον επαναφέρει στην εξουσία. Το τι έκανε με την ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν να προετοιμάσει και τα υπόλοιπα μέλη του ΟΗΕ για την επικείμενη ενέργεια της Τουρκίας. Αφού, λοιπόν, προϋπήρχε η Συμφωνία Εγγυήσεως, για την οποία ο ΟΗΕ ήταν πλήρως ενήμερος και την ενέκρινε με την αποδοχή της Κύπρου ως μέλος του, δεν υπήρχε θέμα ο ΟΗΕ να λάβει οποιαδήποτε στρατιωτικά μέτρα στην περίπτωση αυτή και έτσι ο κ. Σιβιτανίδης μάταια ασχολείται με το «πόσες φορές στην ιστορία ο ΟΗΕ, πήρε στρατιωτικά μέτρα». Θα ήταν μάλιστα πολιτική αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι ο ΟΗΕ θα επενέβαινε τότε στρατιωτικά στην Κύπρο για να επαναφέρει τον Μακάριο στην εξουσία, σε μια ρέουσα κατάσταση με προϊστορία συγκρούσεων και αντιπαράθεσης, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, δέκα χρόνων.
Επίσης, το ερώτημα, ποιους κάλεσε ο Μακάριος να επέμβουν για να τον επαναφέρουν είναι άνευ σημασίας, αφού ήδη είχε δοθεί το πράσινο φως της εισβολής στην Τουρκία από τις 17 Ιουλίου στο Λονδίνο.
Το επόμενο ερώτημα του κ. Σιβιτανίδη είναι κατά πόσο το πραξικόπημα, ήταν εισβολή της χούντας των Αθηνών στην Κύπρο και υποστηρίζει και αυτός ότι πράγματι ήταν εισβολή, δικαιολογώντας τον Μακάριο γιατί το κατέστησε κύριο επιχείρημα της ομιλίας του, αναφέροντάς το επτά φορές. Ξανά, αντί να εξετάσει τις συνέπειες της καταστροφικής αυτής δήλωσης του Μακαρίου, ότι δηλαδή το πραξικόπημα αποτελούσε εισβολή της Ελλάδας, ασχολείται με ορολογίες. Πρώτος ο Ουίλσον υπέβαλε στον Μακάριο, στη συνάντηση της 17ης Ιουλίου στο Λονδίνο, το ερώτημα αν το πραξικόπημα μπορούσε να εκληφθεί ως εισβολή της Ελλάδας και ο τελευταίος, όχι μόνο συμφώνησε αλλά έκανε συχνότατη χρήση του. Μήπως διερωτήθηκε ο κ. Σιβιτανίδης ποια θα ήταν η έκβαση πραγμάτων, αν ο Μακάριος δήλωνε κατηγορηματικά και ξεκάθαρα στους Ουίλσον και Κάλαχαν και στους Τούρκους ότι, ό,τι έγινε στην Κύπρο αποτελούσε εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων, δήλωση που είχε ήδη κάνει ο Ντενκτάς στις 16 Ιουλίου;
Η ομιλία του Μακαρίου, άσχετα από το γιατί την έκανε, ποιοι τον βοήθησαν να την γράψει ή ποιος/α τη δακτυλογράφησε, αποτελούσε ακόμα μια καταστροφική πολιτική απόφασή του, για τους εξής λόγους: Με την ομιλία του πρόβαλε τα επιχειρήματα ότι: 1) «Η στρατιωτική κυβέρνηση της Ελλάδας, που ήταν μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, έκανε εισβολή». Αυτό υπονοούσε ότι η Τουρκία, ως η δεύτερη εγγυήτρια δύναμη είχε δικαίωμα να πράξει το ίδιο. 2) Από την εξελιχθείσα κατάσταση «δεν κινδύνευαν μόνο οι Ελληνοκύπριοι αλλά και οι Τουρκοκύπριοι». Επομένως δικαιολογούσε την άμεση επέμβαση της Τουρκίας για να τους σώσει. 3) «Στο πραξικόπημα συμμετείχε και η ΕΛΔΥΚ». Επομένως αυτό δικαιολογούσε στρατιωτική δράση από την ΤΟΥΡΔΥΚ. 4) «Από το νέο καθεστώς ουδεμία πρόοδος αναμενόταν προς την ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος». Επομένως, όχι μόνο το παρόν αλλά και το μέλλον των Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου ήταν ζοφερό. Εκείνο, που δεν είχε καταλάβει ο Μακάριος και που αργότερα, στις 2.10.1974, του το εξήγησε ο Κίσινγκερ, ήταν ότι όσο πιο πολύ κατηγορούσε τη χούντα για πραξικόπημα και εισβολή, τόσο πιο πολύ εξωθούσε και διευκόλυνε την Τουρκία να εισβάλει.
Καταλήγοντας, η ομιλία του Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας της 19ης Ιουλίου 1974 αποτελεί το επιστέγασμα μιας σειράς καταστροφικών πολιτικών αποφάσεων και πράξεών του, ως ηγέτη του Κυπριακού λαού: 1) Η αλλαγή του στόχου του αγώνα της ΕΟΚΑ από αυτοδιάθεση σε μία απροσδιόριστη ανεξαρτησία, αποτελούσε την πρώτη του ήττα. 2) Αντί ανεξαρτησίας στη Ζυρίχη υπέγραψε ένα πλήρως εξαρτώμενο κράτος με επεμβατικά δικαιώματα τριών δυνάμεων παραχωρώντας τεράστιες εκτάσεις γης ως ιδιόκτητες βάσεις στη Βρετανία και επαναφέροντας στον τουρκικό στρατό στην Κύπρο. 3) Η εσωτερική πολιτική εξόντωσης των αντιπάλων του απέβη μοιραία για το εσωτερικό μέτωπο. 4) Οι πολιτικές του αποφάσεις μεταξύ 1960-63 διευκόλυναν την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων με αποτέλεσμα τη διχοτόμηση της Λευκωσίας και τον κατατεμαχισμό της Κύπρου με τη δημιουργία 32 τουρκικών θυλάκων. 5) Η προσχώρησή του στο κίνημα των αδεσμεύτων, νομίζοντας ότι θα τον προστάτευαν από τα νύχια της Τουρκίας, αποτελούσε άλλη πολιτική πλάνη. 6) Η ερωτοτροπία του με τη Σοβιετική Ένωση επέφερε πλείστα όσα δεινά. 7) Η αντίληψη και εμμονή του ότι η Κύπρος δεν χρειαζόταν αμυντική θωράκιση και θα μπορούσε να σωθεί από την Τουρκία με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ αποδείχθηκε μια θλιβερή ουτοπία. 8) Η ματαίωση της Ένωσης το 1964 αποτελούσε πράξη εσχάτης προδοσίας γιατί τίναξε στον αέρα τον προαιώνιο πόθο γενεών Κυπρίων και ακύρωσε τις θυσίες των ηρώων της ΕΟΚΑ. 9) Η κατακρήμνιση της άμυνας της Κύπρου το 1967 με την εκδίωξη του Στρατηγού Γρίβα και της Ελληνικής Μεραρχίας άνοιξε τις πύλες στην Τουρκία και 10) η μετωπική σύγκρουσή του με τον δικτάτορα Ιωαννίδη δεν αποτελούσε σώφρονα πράξη. 11) Τέλος, η ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 19 Ιουλίου ήταν το τραγικό επιστέγασμα της πολιτικής του ανεπάρκειας.
*Ερευνητής-συγγραφέας
Λονδίνο
articles@nostos.com
https://simerini.sigmalive.com/
____________________________
Αναρτήθηκε από την Φανούλλα Αργυρού

