
Του Ιάκωβου (Jack) Αρχοντάκη
Υπάρχουν ημέρες που δεν τις μετράμε με το ημερολόγιο, αλλά με τις αναμνήσεις που ξυπνούν μέσα μας, και ο Δεκαπενταύγουστος είναι ίσως μία από αυτές τις ημέρες που έχουν τη δύναμη να ταξιδεύουν τον άνθρωπο πίσω στον χρόνο, στα παιδικά του χρόνια, στο χωριό του, στο νησί του, στο πατρικό του σπίτι, στους ανθρώπους που αγάπησε και σε εκείνες τις στιγμές που πέρασαν, αλλά δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά από μέσα του.
Για τον Έλληνα που ζει στην Ελλάδα, ο Δεκαπενταύγουστος είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του χρόνου, μια ημέρα γεμάτη πίστη, οικογένεια, παράδοση και εκείνη τη μοναδική καλοκαιρινή ατμόσφαιρα που μόνο η Ελλάδα γνωρίζει να δημιουργεί, αλλά για τον Έλληνα που ζει μακριά από την πατρίδα μπορεί να σημαίνει κάτι ακόμη βαθύτερο, γιατί ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι απλώς μια θρησκευτική γιορτή· είναι ένας τρόπος να επιστρέψει, έστω και νοερά, εκεί όπου ξεκίνησε.
Μπορεί σήμερα να βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στο Ντουμπάι, στη Μελβούρνη, στο Τορόντο, στο Γιοχάνεσμπουργκ ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά του κόσμου, μπορεί να έχει δημιουργήσει εκεί τη δουλειά του, την οικογένειά του και ολόκληρη τη ζωή του, όμως όταν φτάσει ο Αύγουστος και πλησιάσει η γιορτή της Παναγίας, κάτι μέσα του αλλάζει και οι αποστάσεις αρχίζουν να μικραίνουν, γιατί ξαφνικά θυμάται το χωριό, το νησί, την εκκλησία, τη φωνή της μητέρας του, τη γιαγιά που άναβε το καντήλι, το πανηγύρι στην πλατεία και εκείνο το τραπέζι όπου κάποτε καθόταν όλη η οικογένεια μαζί.
Και ίσως τότε να καταλαβαίνει κάτι που η απόσταση του δίδαξε καλύτερα από οτιδήποτε άλλο: ότι η πατρίδα δεν είναι μόνο ένας τόπος στον χάρτη, αλλά οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, οι φωνές που μεγαλώσαμε ακούγοντας, οι μυρωδιές, οι γεύσεις, οι εικόνες, οι προσευχές και οι αναμνήσεις που κουβαλάμε μαζί μας ακόμη και όταν έχουμε ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Για τον Έλληνα, μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και μια μορφή που μοιάζει να βρίσκεται παντού, από τις μεγάλες εκκλησίες μέχρι τα πιο μικρά ξωκλήσια, από την Τήνο και την Εκατονταπυλιανή μέχρι κάθε ελληνική κοινότητα που δημιουργήθηκε μακριά από την Ελλάδα: η Παναγία, η οποία για πολλές γενιές Ελλήνων δεν υπήρξε μόνο σύμβολο πίστης, αλλά και ένα είδος εσωτερικού δεσμού με την πατρίδα, κάτι που μπορούσαν να πάρουν μαζί τους όταν όλα τα άλλα έπρεπε να μείνουν πίσω.
Οι Έλληνες που έφυγαν πριν από δεκαετίες για να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή σε μια ξένη χώρα δεν πήραν μαζί τους πολλά πράγματα, όμως μέσα στις βαλίτσες τους υπήρχαν συχνά μια οικογενειακή φωτογραφία, μια εικόνα, λίγες προσωπικές αναμνήσεις και μια προσευχή που τους είχε δώσει η μάνα τους, και έτσι, χωρίς ίσως να το καταλάβουν τότε, πήραν μαζί τους ένα μικρό κομμάτι Ελλάδας και το φύτεψαν σε μια άλλη γωνιά του κόσμου.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι μικρές Ελλάδες της ομογενειας , οι ελληνικές εκκλησίες, τα σχολεία, οι σύλλογοι, τα πανηγύρια, οι κοινότητες και οι οικογένειες που, μέσα σε ένα περιβάλλον διαφορετικό και πολλές φορές εντελώς ξένο, προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη, τα έθιμα και εκείνη την αίσθηση ότι, όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι, υπάρχει ένας τόπος στον οποίο εξακολουθείς να ανήκεις.
Αυτό είναι ίσως και ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Απόδημου Ελληνισμού: ότι οι Έλληνες δεν κατάφεραν απλώς να επιβιώσουν μακριά από την Ελλάδα, αλλά κατάφεραν να μεταφέρουν την Ελλάδα μαζί τους, να δημιουργήσουν οικογένειες και κοινότητες σε ξένους τόπους και να δώσουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους κάτι που δεν ήταν πάντα εύκολο να διατηρηθεί, δηλαδή την αίσθηση της καταγωγής και της σύνδεσης με έναν τόπο που πολλές φορές γνώριζαν μόνο μέσα από τις διηγήσεις των γονιών και των παππούδων τους.
Και ίσως αυτό να είναι ακόμη πιο συγκινητικό όταν σκεφτεί κανείς τους Έλληνες ναυτικούς, εκείνους τους ανθρώπους που μπορεί να περάσουν τον Δεκαπενταύγουστο χιλιάδες μίλια μακριά από την οικογένειά τους, στη μέση μιας θάλασσας που δεν γνωρίζει σύνορα, χωρίς να μπορούν να ακούσουν τις καμπάνες του χωριού τους ή να καθίσουν στο οικογενειακό τραπέζι, αλλά που ακόμη και εκεί, πάνω σε ένα πλοίο, μπορούν να βρουν έναν μικρό τρόπο να θυμηθούν την Παναγία, την οικογένεια και την Ελλάδα που άφησαν πίσω τους.
Γιατί η Ελλάδα έχει αυτή την παράξενη και όμορφη δύναμη: μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά και ταυτόχρονα να βρίσκεται μέσα σου, και μπορεί ένας άνθρωπος να έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μια άλλη χώρα, να έχει αποκτήσει άλλη υπηκοότητα, να έχει μεγαλώσει τα παιδιά του αλλού και να έχει δημιουργήσει εκεί την επαγγελματική του ζωή, αλλά μια ελληνική λέξη, ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, μια εικόνα της Παναγίας ή ο ήχος μιας καμπάνας τον Δεκαπενταύγουστο μπορεί ξαφνικά να ανοίξει μια πόρτα προς μια Ελλάδα που νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω του.
Ίσως, μάλιστα, αυτός να είναι και ο λόγος που ο Δεκαπενταύγουστος έχει μια τόσο ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των Ελλήνων της ομογενειας, γιατί τους θυμίζει ότι η απόσταση δεν είναι απαραίτητα απομάκρυνση και ότι μπορείς να ζεις μακριά από την πατρίδα χωρίς ποτέ πραγματικά να πάψεις να αισθάνεσαι μέρος της.
Υπάρχει όμως και μια ευθύνη που αφορά όλους εμάς στην Ελλάδα, γιατί ο Απόδημος Ελληνισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μια όμορφη ανάμνηση του παρελθόντος ή ως μια μεγάλη ελληνική κοινότητα που θυμόμαστε στις εθνικές γιορτές και στις επίσημες ομιλίες, αλλά ως ένα ζωντανό κομμάτι του ελληνικού παρόντος και του ελληνικού μέλλοντος, με ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει, προοδεύσει, προσφέρει και διατηρήσει την ελληνική τους ταυτότητα σε χώρες και κοινωνίες που πολλές φορές απέχουν πολύ από τη δική μας.
Ίσως μάλιστα να είναι καιρός να τους ακούσουμε περισσότερο, να γνωρίσουμε καλύτερα τις ανάγκες και τις σκέψεις τους και να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος που έφυγε από την Ελλάδα πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια δεν έπαψε να είναι Έλληνας επειδή η ζωή του βρίσκεται πλέον στο εξωτερικό, όπως και ο άνθρωπος που γεννήθηκε στην Αυστραλία, στον Καναδά ή στην Αμερική από Έλληνες γονείς δεν χρειάζεται να αποδείξει σε κανέναν την ελληνικότητά του για να έχει θέση στην ευρύτερη ελληνική οικογένεια.
Και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο μήνυμα που μας αφήνει ο Δεκαπενταύγουστος: ότι υπάρχουν δεσμοί που δεν τους μετρά η απόσταση και δεν τους ακυρώνει ο χρόνος, δεσμοί που περνούν από γενιά σε γενιά και παραμένουν ζωντανοί μέσα από μια προσευχή, ένα τραγούδι, μια οικογενειακή ιστορία, μια εικόνα και μια απλή φράση που μπορεί να ειπωθεί οπουδήποτε στον κόσμο: «Χρόνια πολλά».
Αυτόν τον Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, αξίζει να θυμηθούμε και εκείνους που δεν θα βρίσκονται στην Ελλάδα, τον πατέρα που εργάζεται χρόνια μακριά από την οικογένειά του, τη μητέρα που μεγάλωσε τα παιδιά της σε μια ξένη χώρα, τον ναυτικό που θα κοιτάζει τη θάλασσα αντί για το καμπαναριό του χωριού του, τον επιχειρηματία που δημιούργησε μια νέα ζωή στο εξωτερικό, τον φοιτητή που έφυγε για σπουδές και τελικά έμεινε, αλλά και τον νέο άνθρωπο δεύτερης ή τρίτης γενιάς που μπορεί να μη μιλά πλέον άπταιστα ελληνικά, αλλά νιώθει κάτι βαθύ όταν ακούει τη γλώσσα των παππούδων του.
Γιατί μπορεί να φύγεις από την Ελλάδα, μπορεί να περάσεις δέκα, είκοσι ή και πενήντα χρόνια μακριά της, μπορεί να δημιουργήσεις οικογένεια και περιουσία σε μια άλλη χώρα και να μάθεις να αισθάνεσαι άνετα σε έναν διαφορετικό κόσμο, αλλά υπάρχει μια Ελλάδα που δεν χρειάζεται διαβατήριο για να την επισκεφθείς, γιατί βρίσκεται μέσα σου και επιστρέφει κάθε φορά που κάτι σου θυμίζει από πού ξεκίνησες.
Και όταν, το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου, κάπου μακριά από την Ελλάδα χτυπήσει μια καμπάνα και ακουστεί το όνομα της Παναγίας, για λίγες στιγμές η απόσταση μικραίνει, η θάλασσα ανάμεσα στις δύο πατρίδες μοιάζει να εξαφανίζεται και ο Έλληνας της ομογενειας επιστρέφει νοερά εκεί όπου κάποτε ξεκίνησε, εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες του και εκεί όπου, ακόμη κι αν δεν μπορεί να επιστρέψει κάθε χρόνο, ένα κομμάτι της καρδιάς του θα συνεχίσει να βρίσκεται πάντα.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο θαύμα του Ελληνισμού: ότι μπορεί να ταξιδέψει χιλιάδες μίλια μακριά, να περάσει ωκεανούς, να μεγαλώσει σε άλλες γλώσσες και να προσαρμοστεί σε άλλους πολιτισμούς, αλλά όταν έρθει η στιγμή, μια καμπάνα, μια εικόνα, μια προσευχή ή μια γνώριμη λέξη είναι αρκετή για να θυμηθεί ποιος είναι και από πού ήρθε.
Χρόνια πολλά σε όλους τους Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονται.
Και ιδιαίτερα σε εκείνους που θα γιορτάσουν μακριά από την πατρίδα, αλλά θα την έχουν, όπως πάντα, μαζί τους.
Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο ο τόπος στον οποίο γεννηθήκαμε.
Είναι ο τόπος στον οποίο επιστρέφει η καρδιά μας, ακόμη κι όταν το σώμα μας βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο δυνατό στοιχείο που ενώνει όλους τους Έλληνες του κόσμου.




Του Ιάκωβου (Jack) Αρχοντάκη – Στρατηγικού Συμβούλου Ναυτιλιακών Επενδύσεων & Ναυλώσεων
Φωτό: https://orthodoxia.info (2016)
Post scriptum: – Αποποίηση ευθύνης: Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και οι προσωπικές ερμηνείες που εκφράζονται στο παρόν άρθρο αποτελούν αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου και έχουν λογοτεχνικό, πολιτιστικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Το άρθρο πραγματεύεται θέματα όπως η ταυτότητα, η μετανάστευση, η μνήμη, η κληρονομιά και η ιδιαίτερη σχέση που συχνά αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους της ελληνικής ομογενειας και την πατρίδα τους. Δεν εκφράζει επίσημες θέσεις ή απόψεις οποιουδήποτε οργανισμού, φορέα, κοινότητας, έκδοσης ή άλλης συνδεδεμένης οντότητας. Οι αναφορές στη μετανάστευση, στην πολιτιστική ταυτότητα, στις οικογενειακές μνήμες και στη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο καταγωγής του αποτελούν προσωπικούς προβληματισμούς και αφηγηματικές παρατηρήσεις με σκοπό να προκαλέσουν σκέψη, διάλογο και συναισθηματική σύνδεση. Δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως απόλυτη ή καθολική περιγραφή της εμπειρίας κάθε μετανάστη, καθώς κάθε ανθρώπινη διαδρομή, κάθε οικογενειακή ιστορία και κάθε σχέση με την καταγωγή και την ταυτότητα είναι μοναδική.