
Τα παιδιά και τα εγγόνια της Μαρκέλλας.
Από: anamniseis.net –Γράφει η Ευαγγελία Αλιβιζάτου *
Κάθε χρόνο, τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου, η Μαρκέλλα ξυπνούσε με μια γλυκιά ανυπομονησία. Όχι γιατί περίμενε δώρα, αλλά γιατί ήξερε πως εκείνη τη μέρα, τα παιδιά της, όπου κι αν βρίσκονταν, θα γύριζαν, έστω και νοερά, στην αγκαλιά της.
Η Μαρκέλλα είχε φύγει από την Ελλάδα πριν από τριάντα χρόνια, με μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα, λίγες φωτογραφίες από το πατρικό της, και μια ξύλινη εικόνα της Παναγίας.
Στη νέα της πατρίδα, δούλεψε σκληρά, έμαθε μια ξένη γλώσσα, έφτιαξε οικογένεια. Τα παιδιά της μεγάλωσαν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τη γλώσσα της καρδιάς και τη γλώσσα της καθημερινότητας.
«Μαμά, πώς λέγεται αυτό στα ελληνικά;» τη ρωτούσαν μικρά, κι εκείνη χαμογελούσε, και κάθε λέξη που τους μάθαινε ήταν μια μικρή νίκη αφού τους θύμιζε πατρίδα.
Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά της έφυγαν για σπουδές, για δουλειές, άνοιξαν τα φτερά τους. Το σπίτι άδειασε, αλλά ποτέ δεν έμεινε πραγματικά σιωπηλό.
Στους τοίχους υπήρχαν ακόμη οι φωνές τους, στα συρτάρια οι ζωγραφιές τους, και στην καρδιά της στιγμές που ποτέ δεν έσβηναν.
Εκείνη τη χρονιά, η Μαρκέλλα δεν περίμενε πολλά. «Ένα τηλεφώνημα θα είναι αρκετό», είπε στον εαυτό της, βάζοντας καφέ ελληνικό.
Όμως, καθώς άνοιξε την πόρτα για να πάρει την εφημερίδα από το κατώφλι, πάγωσε ολόκληρη. Στο κατώφλι στεκόταν η κόρη της η Βάσια, με ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Πίσω της, ο γιος της, ο Δημήτρης της, κρατώντας μια σακούλα με ελληνικά γλυκά. Και λίγο πιο πίσω, τα εγγόνια της, γελώντας και τρέχοντας προς το μέρος της.
«Χρόνια πολλά, μαμά!» φώναξαν όλοι μαζί.
Η Μαρκέλλα δεν είπε λέξη… Άπλωσε τα χέρια της και τους αγκάλιασε έναν – έναν.
Εκείνη η αγκαλιά δεν είχε αλλάξει ποτέ. Ήταν η ίδια που τους κρατούσε όταν έκαναν τα πρώτα τους βήματα, η ίδια που τους παρηγορούσε όταν φοβούνταν, η ίδια που τους αποχαιρετούσε κάθε φορά που έφευγαν.
Μόνο που τώρα, είχε μεγαλώσει. Χωρούσε περισσότερες ζωές, περισσότερες αποστάσεις, περισσότερες επιστροφές. Το μεσημέρι, γύρω από το τραπέζι, μιλούσαν ελληνικά και ξένα μπερδεμένα, γελούσαν, θυμούνταν.
Τα εγγόνια ζητούσαν να ακούσουν ιστορίες «από τότε που ήσουν μικρή, γιαγιά, τότε με την πλεξίδα στα μαλλιά που σε μάλωσε η μαμά σου,» κι εκείνη τους μιλούσε γι αυτό αλλά και για ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα, για καλοκαίρια χωρίς ρολόγια, για τη δική της μητέρα.
Κάποια στιγμή, η κόρη της, της έπιασε το χέρι.
«Ξέρεις κάτι βρε μαμά; Όσο μακριά κι αν πάμε, πάντα εδώ γυρίζουμε, είσαι η μητέρα μας”.
Η Μαρκέλλα χαμογέλασε. Γιατί ήξερε την αλήθεια που καμία απόσταση δεν μπορεί να αλλάξει: Η μητέρα δεν είναι τόπος. Είναι ιερή πυξίδα…
Και όποιο δρόμο κι αν πάρεις, πάντα σε οδηγεί πίσω στην αγκαλιά που δεν μικραίνει ποτέ.
Μα σαν το βράδυ έπεσε και το σπίτι ησύχασε ξανά, η Μαρκέλλα έμεινε για λίγο μόνη στην κουζίνα, μαζεύοντας τα τελευταία πιάτα.
Οι φωνές των εγγονιών της, της Χαράς, του Πέτρου, του Φάνη, αντηχούσαν ακόμα στους τοίχους, σαν τον πιο γλυκό κι όμορφο απόηχο μιας γιορτής που δεν ήθελε να τελειώσει.
Πλησίασε το εικονοστάσι και άγγιξε απαλά την παλιά ξύλινη εικόνα της Παναγίας που είχε φέρει μαζί της πριν από τρεις δεκαετίες. Συνειδητοποίησε πως η δική της διαδρομή, από το χωριό της Ελλάδας στην ξένη γη, είχε πια ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Οι αναμνήσεις που έχτιζε τόσα χρόνια με λέξεις και εικόνες ήταν πλέον γερές και αδιάσειστες.
«Βλέπεις …ομολόγησε στην κορνίζα του Σταύρου του άνδρα της, τελικά, τίποτα δεν χάθηκε στη διαδρομή της ζωής μας.» Κοίταξε έξω από το παράθυρο τον νυχτερινό ουρανό.
Ήξερε πως την επόμενη μέρα τα παιδιά της θα έφευγαν πάλι για τις δικές τους ζωές, τις δικές τους υποχρεώσεις.
Όμως ο φόβος της απόστασης είχε πια εξατμιστεί.
- Η Ευαγγελία Αλιβιζάτου είναι συγγραφέας – αρθρογράφος.
