24.2.26

Θυσία και ιστορία είναι κοινή εθνική κληρονομιά και όχι ιδεολογική ιδιοκτησία

1771785820943blob.jpg
.
(Από την ομαδική εκτέλεση κρητικού χωριού από τους γερμανούς )

του Αντιστρατήγου εα (ΤΘ-ΣΣΕ 1960) Ναούμ Νικολάου  

 

Τις τελευταίες ημέρες «κατακλυζόμαστε» από φωτογραφίες ενός ιστορικού γεγονότος κατά την γερμανική  Κατοχή   — και όχι του πολέμου — που αφορά την εκτέλεση 200 κομμουνιστών. Προς τούτο αισθάνθηκα την υποχρέωση ,να παρουσιάσω- κατά τη δική μου ταπεινή γνώμη- το όλο θέμα και από μια άλλη «διάστασή» του, η οποία νομίζω ότι δεν παρουσιάζεται, όπως θα έπρεπε από ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. 

Η στάση ανθρώπων που οδηγούνται στην εκτέλεση με ψυχραιμία, αξιοπρέπεια και συνειδητή αποδοχή του θανάτου αποτελεί πράξη που αξίζει σεβασμό, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή ιστορικού πλαισίου. Ωστόσο, είναι σημαντικό, να επισημανθεί ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν αποτελούν πρωτοφανές φαινόμενο στην ελληνική ή κυπριακή ιστορία, ούτε μοναδικό γεγονός.

 

Η ελληνική ιστορική εμπειρία περιλαμβάνει πλήθος περιπτώσεων όπου μελλοθάνατοι επέδειξαν ανάλογη — ή και εντονότερη — ψυχική στάση, εκφράζοντας μάλιστα ρητά πατριωτικά συναισθήματα μέχρι την τελευταία στιγμή. Υπάρχουν μαρτυρίες εκτελέσεων κατά την περίοδο της Κατοχής, όπως στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, όπου καταδικασμένοι τραγουδούσαν τον εθνικό μας ύμνο-«Ύμνο εις την Ελευθερίαν»- πριν από τον θάνατο. Αντίστοιχα, στην Κύπρο ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγήθηκε στην αγχόνη με απόλυτη ψυχραιμία και πατριωτική συνείδηση, αποτελώντας σύμβολο αυτοθυσίας. Ακόμη παλαιότερα, μορφές όπως ο Αθανάσιος Διάκος αντιμετώπισαν τον θάνατο αρνούμενοι να απαρνηθούν ταυτότητα και πίστη.

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η αξιοπρεπής στάση μπροστά στην εκτέλεση — ακόμη και με εκδηλώσεις πατριωτισμού, όπως συνθήματα ή τραγούδι — αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ιστορίας του Ελληνισμού. Δηλαδή δεν  πρόκειται για μοναδικό ή πρωτοεμφανιζόμενο φαινόμενο, αλλά για έκφραση μιας διαχρονικής πολιτισμικής και ψυχολογικής στάσης απέναντι στον θάνατο και το καθήκον.

Επομένως, κάθε ιστορικό γεγονός τέτοιου τύπου αξίζει τιμή και μνήμη. Η υπερβολική όμως προβολή ενός συγκεκριμένου περιστατικού ως δήθεν μοναδικού κινδυνεύει να το αποκόψει από τη φυσική του θέση μέσα στη μακρά ιστορική συνέχεια. Η ιστορική ακρίβεια επιβάλλει να αναγνωρίζεται ότι παρόμοιες πράξεις έχουν συμβεί πολλές φορές — στην Ελλάδα, στην Κύπρο και διεθνώς — και αποτελούν μέρος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας σε περιόδους πολέμου και κατοχής.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η θυσία δεν ανήκει αποκλειστικά σε καμία ιδεολογία ή ομάδα. Ανήκει στην ιστορία ενός λαού συνολικά.

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της αγοράς φωτογραφιών με δημόσιους πόρους, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Στη χώρα μας υπάρχουν ήδη χιλιάδες ιστορικά τεκμήρια που παραχωρήθηκαν δωρεάν στο κράτος, σε μουσεία και σε συλλογικούς φορείς, χωρίς οικονομική επιβάρυνση του ελληνικού λαού. Η δημιουργία προηγούμενου καταβολής σημαντικών ποσών για ένα συγκεκριμένο σύνολο φωτογραφιών -και μάλιστα σε μία υπερβολική τιμή των 100.000 ευρώ που θα πληρώσει ο ελληνας φορολογούμενος πολίτης - ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για ανάλογες οικονομικές απαιτήσεις και από άλλους κατόχους ιστορικού υλικού στο μέλλον.

Ασφαλώς είναι θεμιτό να διασωθεί κάθε ιστορικό τεκμήριο. Όμως, όταν ένα γεγονός συνδέεται ιδιαίτερα με την ιστορία και την ταυτότητα ενός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, θα μπορούσε να εξεταστεί και η δυνατότητα χρηματοδότησης από τους ίδιους τους φορείς που το θεωρούν κεντρικό στοιχείο της ιστορικής τους μνήμης, ώστε να μην επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός και κατ’ επέκταση, ο ελληνικός λαός.

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η αξία των ανθρώπων που θυσιάστηκαν ,διότι αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. Το ζήτημα είναι η ισορροπία, η ιστορική αναλογικότητα και η υπεύθυνη διαχείριση δημόσιων πόρων.

Παράλληλα, αξίζει να μελετηθούν συστηματικά όλα τα ανάλογα ιστορικά γεγονότα που έχουν συμβεί, ώστε η συλλογική μνήμη να αποτυπωθεί πλήρως και χωρίς επιλεκτικές υπερβολές.

Επομένως το παρουσιαζόμενο ιστορικό γεγονός αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για τα μέσα ενημέρωσης και το κράτος να καταγράψουν και να παρουσιάσουν συνολικά όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.

Η συζήτηση αυτή θεωρώ ότι αναδεικνύει την ανάγκη μιας ευρύτερης και συστηματικής προσέγγισης του ζητήματος. Η ελληνική και η κυπριακή ιστορία, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, περιλαμβάνει πλήθος αντίστοιχων περιπτώσεων ανθρώπων που αντιμετώπισαν τον θάνατο με αξιοπρέπεια και συνείδηση καθήκοντος.

Προς τούτο, στο εγγύς μέλλον πιθανόν  να ασχοληθώ — και ευελπιστώ και άλλοι Έλληνες ή Κύπριοι — συστηματικότερα με το ζήτημα αυτό, σε μορφή μελέτης, καταγράφοντας όσο το δυνατόν περισσότερα ανάλογα ιστορικά παραδείγματα από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή. Στόχος είναι να αναδειχθεί η πραγματική ιστορική συνέχεια των φαινομένων και να αποφευχθούν εντυπώσεις μοναδικότητας εκεί όπου, στην πραγματικότητα, παρατηρείται επανάληψη παρόμοιων περιστάσεων και επιλογών μέσα στον χρόνο.

Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη  θα περιλάβει όχι μόνο περιπτώσεις πράξεων αυτοθυσίας εκτός πεδίου μάχης, αλλά και εκείνους που έπεσαν μαχόμενοι επί του πατρώου εδάφους, αντιμετωπίζοντας σαφώς υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν ελάχιστες. Άνδρες και γυναίκες που δεν λιποτάκτησαν, δεν αυτομόλησαν, δεν επέλεξαν την προσωπική σωτηρία, αλλά παρέμειναν στη θέση τους, πολεμώντας μέχρι τέλους.

Η ανάδειξη αυτών των παραδειγμάτων προφανώς δεν αποσκοπεί στη σύγκριση ηρωισμών ούτε στη δημιουργία ιεραρχιών θυσιών, αλλά στην κατανόηση μιας διαχρονικής στάσης: της συνειδητής επιλογής του καθήκοντος απέναντι στο σύνολο, ακόμη και όταν το τίμημα είναι η ίδια η ζωή. Μιας στάσης που επαναλαμβάνεται στην ιστορία του Ελληνισμού — και όχι μόνο — κάθε φορά που οι συνθήκες οδηγούν τον άνθρωπο στο όριο ανάμεσα στην αυτοσυντήρηση και την υπέρβαση.

          __________________

           Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο