![]() |
| . |
Πιο κοντά από ποτέ -τα τελευταία χρόνια- βρίσκεται το ενδεχόμενο της άμεσης αναμέτρησης ΗΠΑ – Ιράν καθώς η ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln – «αρμάδα μεγαλύτερη από αυτήν που είχε σταλεί στην Βενεζουέλα» κατά τον Ντόναλντ Τραμπ– πλέει στην περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, κοντά στα ιρανικά ύδατα.
Ωστόσο, η αντίδραση του Ιράν σε ένα πιθανό στρατιωτικό χτύπημα των ΗΠΑ, μπορεί αυτήν την φορά να μην ακολουθήσει το γνωστό, προσεκτικά βαθμονομημένο μοτίβο που παρατηρήθηκε σε προηγούμενες αντιπαραθέσεις με την Ουάσινγκτον.
Αν και ο Τραμπ, υπό την πίεση συμβούλων του που δεν θεωρούν «παιχνιδάκι» μία ευρεία σύγκρουση με το Ιράν, προσβλέπει σε μια περιορισμένη επίθεση που θα του επιτρέψει να πανηγυρίσει μια στρατιωτική επιτυχία, οι απειλές του έρχονται σε μια στιγμή εξαιρετικής εσωτερικής αναταραχής για την Ισλαμική Δημοκρατία, μετά από το ξέσπασμα ενός από τα σοβαρότερα κύματα λαϊκού ξεσηκωμού από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1979.
Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση ενέχει πλέον σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο ταχείας κλιμάκωσης, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό του Ιράν, όπως σημειώνει το BBC.
Από τις προειδοποιήσεις και της περιορισμένης έκτασης αντιδράσεις …
Τα τελευταία χρόνια, η Τεχεράνη προτιμά αντίποινα περιορισμένης έκτασης και μάλιστα με καθυστέρηση.
Μετά τα αμερικανικά πλήγματα στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις στις 21-22 Ιουνίου 2025, το Ιράν απάντησε με πυραυλική επίθεση στην αεροπορική βάση Al Udeid στο Κατάρ που διαχειρίζονται οι ΗΠΑ, την επόμενη ημέρα.
Και μάλιστα, σύμφωνα με τον Ντόναλντ Τραμπ, είχε προειδοποιήσει εκ των προτέρων για το χτύπημα, επιτρέποντας στην αεράμυνα να αναχαιτίσει τους περισσότερους πυραύλους.
Η «συναλλαγή» ερμηνεύτηκε ευρέως ως μια σκόπιμη προσπάθεια της Τεχεράνης, αφενός να σηματοδοτήσει την αποφασιστικότητά του, αποφεύγοντας παράλληλα έναν ευρύτερο πόλεμο.
Παρόμοιο μοτίβο είχε παρατηρηθεί και τον Ιανουάριο του 2020, κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρίας του Τραμπ. Μετά τη δολοφονία από τις ΗΠΑ του διοικητή της Δύναμης Quds, Κασέμ Σουλεϊμανί, κοντά στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, το Ιράν ανταπέδωσε πέντε ημέρες αργότερα, εκτοξεύοντας πυραύλους κατά της αμερικανικής αεροπορικής βάσης Ain al-Asad στο Ιράκ. Και πάλι, υπήρξε εκ των προτέρων προειδοποίηση.
…στην αναστάτωση από την απώλεια του ελέγχου
Η παρούσα στιγμή, ωστόσο, είναι σαφώς διαφορετική.
Οι διαμαρτυρίες που ξέσπασαν από τα τέλη Δεκεμβρίου έως τις αρχές Ιανουαρίου αντιμετωπίστηκαν με εξαιρετικά βίαιη καταστολή. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιατρικό προσωπικό στο εσωτερικό της χώρας αναφέρουν ότι αρκετές χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ πολλοί περισσότεροι τραυματίστηκαν ή φυλακίστηκαν.
Στις 8 και 9 Ιανουαρίου, οι δυνάμεις ασφαλείας φέρεται να έχασαν τον έλεγχο τμημάτων αρκετών πόλεων, πριν τις επανακτήσουνμε συντριπτική επιβολή της τάξης,
Η σύντομη απώλεια ελέγχου φαίνεται να έχει αναστατώσει βαθιά τις αρχές. Η νηνεμία που ακολούθησε ήταν προϊόν επιβολής και όχι διαπραγμάτευσης, αφήνοντας την κατάσταση εξαιρετικά εύφλεκτη.
Γιατί το πέρασμα στην αδιαλλαξία
Σε αυτό το πλαίσιο, η φύση οποιουδήποτε αμερικανικού χτυπήματος καθίσταται κρίσιμη.
Mια περιορισμένη επίθεση μπορεί να επιτρέψει στην Ουάσινγκτον να επικαλεστεί στρατιωτική επιτυχία αποφεύγοντας τον άμεσο περιφερειακό πόλεμο. Κι έτσι όλα να λήξουν εκεί.
Αλλά θα μπορούσε επίσης να δώσει στις ιρανικές αρχές ένα πρόσχημα για έναν ακόμη γύρο εσωτερικής καταστολής.
Προς το χάος;
Παράλληλα, μια ευρύτερη αμερικανική εκστρατεία που θα αποδυναμώσει ή θα παραλύσει σημαντικά το ιρανικό κράτος θα μπορούσε να ωθήσει τη χώρα στα πρόθυρα του χάους.
Η ξαφνική κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας σε μια χώρα με περισσότερους από 90 εκατομμύρια κατοίκους θα ήταν απίθανο να προκαλέσει μια καθαρή ή γρήγορη μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς.
Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει παρατεταμένη αστάθεια, βία μεταξύ των φατριών και δευτερογενείς επιπτώσεις σε ολόκληρη την περιοχή, με συνέπειες που μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να περιοριστούν.
Αυτοί οι κίνδυνοι εξηγούν την όλο και πιο αδιάλλακτη ρητορική της Τεχεράνης, γεγονός που παράλληλα προκαλούν αναστάτωση στους γείτονες του Ιράν, ιδίως τα κράτη του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις.
Μια ισχυρή ιρανική απάντηση θα έθετε τις χώρες αυτές -και το Ισραήλ- σε άμεσο κίνδυνο, ανεξάρτητα από το αν εμπλακούν ή όχι και αυξάνει την προοπτική μιας σύγκρουσης που θα εξαπλωθεί πολύ πέρα από το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Επίγνωση της κατάστασης και από τις δύο πλευρές
Και οι δύο πλευρές έχουν επίγνωση της ευρύτερης στρατηγικής εικόνας.
Ο Τραμπ γνωρίζει ότι το Ιράν είναι στρατιωτικά πιο αδύναμο από ό,τι ήταν πριν από τον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου καλοκαιριού, και η Τεχεράνη γνωρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει ιδιαίτερη όρεξη για μια σύγκρουση πλήρους κλίμακας και χωρίς τέλος.
Κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών, υπό το καθεστώς πίεσης
Αυτή η αμοιβαία επίγνωση μπορεί να καθησυχάζει τις όποιες ανησυχίες, αλλά θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει επικίνδυνες, λανθασμένες αντιλήψεις, με κάθε πλευρά να υπερεκτιμά ενδεχομένως τη δύναμή της ή να παρερμηνεύει τις προθέσεις του αντιπάλου.
Για τον Τραμπ, η εξεύρεση μιας ισορροπίας, όποια κι αν είναι αυτή, είναι ζωτικής σημασίας. Χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που θα μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη, χωρίς να οδηγήσει το Ιράν ούτε σε νέο κύκλο καταστολής ούτε σε κατάρρευση.
Για την ιρανική ηγεσία, ίσως η ταχύτητα είναι απαραίτητη για να επιβεβαιωθεί η αποτρεπτική ισχύς στο εξωτερικό αλλά και ο έλεγχος στο εσωτερικό της χώρα.
Με και τις δύο πλευρές υπό έντονη πίεση και περιορισμένο περιθώριο ελιγμών, ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται παρασύροντας τα περιφερειακά κράτη σε μια σύγκρουση που λίγοι μπορούν να αντέξουν οικονομικά. Και τους Ιρανούς πολίτες σε μια νέα θανατηφόρα περιπέτεια.
