11.5.20

Η Τουρκία αντιμετωπίζεται μόνο με αντιστροφή του στρατηγικού εξαναγκασμού


Του Δημήτρη Τσαϊλά
Με φόντο την τουρκική προκλητικότητα, πλέον πρέπει να εκθέσουμε το όραμά της ως ενοποιητικό πλαίσιο στις διεκδικήσεις της και να δράσουμε άμεσα. Η Τουρκία έδειξε μέχρι σήμερα, ότι μπορεί να ενισχύσει τη θέση της επιδεικνύοντας υπερβολικά τις δικές της στρατιωτικές επιλογές. Ότι η ικανότητα της με συνεχείς απειλές με υπερπτήσεις, παραβάσεις και παραβιάσεις, είναι πιο χρήσιμη πρακτική από την ικανότητα της να αντισταθεί σε μια στρατιωτική επίθεση και ότι τα αβέβαια αντίποινα όπως το casus belli, για την επέκταση της χωρικής θαλάσσιας ζώνης στα 12νμ, είναι πιο αξιόπιστα και πιο αποτελεσματικά από κάποια ενεργά αντίποινα.
Αυτές οι γνώσεις έχουν αποδειχθεί ότι έχουν μεγάλη σημασία και η μέχρι τώρα κατευναστική μας πολιτική ή οι προσπάθειες αποφυγής πολέμου από μέρους μας, δεν έχουν αποδώσει. Ποιες θα πρέπει να είναι, από εδώ και πέρα, οι στρατηγικές δεσμεύσεις μας σε ένα ευρύ φάσμα φαινομένων, από τις ανταγωνιστικές στρατηγικές των επιχειρήσεων έως την ανάθεση της πολιτικής απόφασης της κυβέρνησης για ενεργή στρατιωτική αντίδραση επίδειξης στρατιωτικής ισχύος.
Η Ελλάδα, έχει δείξει πως σχεδιάζει την άμυνά της σε ένα τόσο περίπλοκο στρατηγικό περιβάλλον με μεγάλες αποκλίσεις από τον ορθό στρατηγικό σχεδιασμό. Ο στρατηγικός μας  σχεδιασμός συχνά δεν είναι «βασισμένος στην απειλή» ούτε «βασίζεται στις δυνατότητες», αλλά βασίζεται μόνο στους διατιθέμενους πόρους και στηρίζεται στη χαραχθείσα εθνική πολιτική. Είναι σαφές ότι η οικονομία σταθμίζει τη διαμόρφωση στρατηγικής και κατανομής πόρων. Όμως έπρεπε ο αμυντικός σχεδιασμός, ή «η μετατροπή της υψηλής στρατηγικής σε στρατιωτική στρατηγική», να μετατρέπει την πολιτική βούληση και τους πόρους του κράτους σε αμυντικές δυνατότητες, με τις οποίες οι σχεδιαστές θα έχουν στρατηγικά αποτελέσματα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι είμαστε ορθολογικοί δρώντες, τέτοιος σχεδιασμός στερείται εστίασης στον αντίπαλο ή της όποιας απειλής δεχόμαστε και μας οδηγεί σε ομιχλώδη περιβάλλοντα.
Κατ’ αρχήν, να ξεκαθαρίσουμε πως όταν ομιλούμε για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τη στρατιωτική δύναμη από τη στρατιωτική ισχύ. Η στρατιωτική δύναμη αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο δυναμικό και το αμυντικό υλικό στους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων που είναι εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι να χρησιμοποιήσουν βία. Ωστόσο, ο όρος στρατιωτική δύναμη είναι σημαντικά ευρύτερος από αυτόν της στρατιωτικής ισχύος. Περιλαμβάνει επίσης στοιχεία που σχετίζονται με την απειλή χρήσης βίας και πολλές άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την εμπλοκή της στρατιωτικής ισχύος στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αμυντικών συνεργασιών, της στρατιωτικής συνεργασίας σε τεχνικά προγράμματα, της αγοράς και πώλησης όπλων ή στρατιωτικού εξοπλισμού και πολλά άλλα. Η προσπάθεια μου είναι να επικεντρωθούμε σε αυτό ακριβώς που ονομάζουμε στρατιωτική ισχύ, να γίνει κατανοητό κυρίως ως η βούληση να εμπλακεί η ελληνική στρατιωτική δύναμη σε έναν αγώνα εναντίον του αντιπάλου.
Η εθνική ισχύς είναι στο σύνολό της η βασική έννοια στις μελέτες διεθνών σχέσεων, ενώ η στρατιωτική ισχύς είναι μέρος αυτής. Αντιπροσωπεύει και αποτελεί έναν από τους τρείς θεμελιώδεις παράγοντες, μαζί με την οικονομική ισχύ και τους ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς μιας χώρας (δικαιοσύνη, παιδεία, υγεία, πολιτισμός κ.α.), και μάλλον ο πιο ουσιαστικός για τον καθορισμό του καθενός από τα θέματα που σχετίζονται με τη διεθνή πολιτική. Η στρατιωτική ισχύς καθορίζεται συνήθως από την ποσοτική και ποιοτική στρατιωτική δύναμη, τον παραγωγικό διοικητικό έλεγχο των κλάδων, την αποτελεσματική διοικητική μέριμνα των μονάδων, και από το ηθικό των στελεχών. Η στρατιωτική ανωτερότητα επιτρέπει στις χώρες να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν την εξωτερική τους πολιτική πιο φιλόδοξα, και λόγω της τελικής υποστήριξής τους για άλλα στοιχεία ισχύος, μπορούν να επηρεάσουν και άλλους παράγοντες στη διεθνή πολιτική. Η λογική πίσω από τη στρατιωτική ισχύ είναι αρκετά απλή. Η στρατιωτική δύναμη συμβολίζει τον εκφοβισμό και την καταστροφή. Η συντριπτική στρατιωτική ισχύς παρέχει μεγαλύτερη πιθανότητα στους πιθανούς αντιπάλους να πειστούν, να ωθηθούν στην αποτροπή ή να αναγκαστούν να αναβάλουν ενέργειες που θα έβλαπταν τα εθνικά μας συμφέροντα. Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να επιτύχει πλήρη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα μόνο όταν είναι αναμφίβολα επαρκής.
Η στρατιωτική ισχύς έχει ουσιαστικά τρεις εφαρμογές στο στρατηγικό πλαίσιο: την αποτροπή, τον εξαναγκασμό και την άμυνα. Έχει τη δυνατότητα της επιβολής μας, ενάντια σε έναν κρατικό ή μη κρατικό δράστη (τρομοκράτη) για να αποτρέψει μια ενέργειά του ή να αποτρέψει την πραγματοποίηση ορισμένων σχεδίων (αποτροπή), να αλλάξει τη συμπεριφορά των πιθανών αντιπάλων (εξαναγκασμός), και να προστατεύσει και υπερασπιστεί την εθνική ακεραιότητα από τις επιβλαβείς ενέργειες άλλων φορέων στο διεθνές σύστημα (άμυνα).
Λόγω της καταστροφικής φύσης και της δυνατότητάς της να απειλήσει την ύπαρξη άλλων, η στρατιωτική ισχύς είναι πιο αποτελεσματική στον έλεγχο και τον εξαναγκασμό και για άλλα θέματα, ενώ δύναται να υποστηρίζει και άλλα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής για την επίτευξη των επιθυμητών στόχων. Η δυνατότητα επιβολής στρατιωτικής ισχύος αποτελεί αξιόπιστη υποστήριξη για αυτοβοήθεια σε περίπτωση επιθετικότητας των αντιπάλων, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως υποστήριξη και σε άλλους παράγοντες ισχύος. Εξάλλου, η ισορροπία δυνάμεων στη διεθνή τάξη είναι μια ισορροπία όλων των επιλογών και των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη για την επίτευξη των στόχων τους. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένα από τα παραδοσιακά συστατικά του λογισμού ισχύος, ο οποίος «μετρά» την ικανότητα του κράτους να επηρεάσει τη διεθνή πολιτική.
Στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπάρχουν “δύο θεμελιώδεις στρατηγικές” στη χρήση της στρατιωτικής ισχύος: “εξόντωση” και “κατατριβή”. Ο πρώτος όρος αντιστοιχεί στη χρήση της σκληρής ισχύος με “ωμή βία” και ο δεύτερος αντιστοιχεί στον “εξαναγκασμό”, αν και ο παραλληλισμός σε κάθε περίπτωση είναι ατελής. Η επιχειρήσεις εξόντωσης επιδιώκουν, να αφεθεί ο εχθρός χωρίς την ικανότητα να αντισταθεί, φυσικά καταστρέφοντας τις στρατιωτικές δυνατότητές του. Απαιτεί να αφαιρέσουμε την ικανότητα της βιώσιμης στρατιωτικής δύναμης από τον εχθρό. Η κατατριβή, αντίθετα, επιδιώκει, να πείσει τον εχθρό ότι η αποδοχή των όρων μας θα είναι λιγότερο επώδυνη από τη συνέχιση της επιθετικότητας ή της αντίστασης. Στόχος, είναι να εξασθενίσει, την ηγεσία του εχθρού ή την πολιτική βούληση της κοινωνίας του εχθρού. Με την εξασθένηση, χρησιμοποιείται η στρατιωτική ισχύς, για να αυξήσει το κόστος αντίστασης και να το καταστήσει υψηλότερο από ό, τι ο αντίπαλος είναι πρόθυμος ή ικανός να πληρώσει. Οι Τούρκοι είναι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας αφού πιστεύουν ότι η κατατριβή χρησιμοποιείται για την επιδίωξη των πολιτικών τους στόχων επειδή μέχρι σήμερα τουλάχιστον, η ελληνική πλευρά έχει επιδείξει ότι είναι τελικά πρόθυμη να δεχτεί.
Η ικανότητα της στρατιωτικής ισχύος να “βλάψει” τον εχθρό και να του προκαλέσει πόνο ή τιμωρία με σκοπό την εγγενή διαπραγματευτική δύναμη θέλει λεπτούς χειρισμούς και ιδιαίτερη προσοχή. Ο εξαναγκασμός αφορά το μελλοντικό πόνο, τη διάρθρωση των κινήτρων του εχθρού, έτσι ώστε να συμπεριφερθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μπορεί, να διακινδυνεύσει την ισχύ και να πληγωθεί οπότε συνεπάγεται μια απειλή να κάνει κάτι που δεν έχει ακόμη κάνει. Μπορεί όμως, να αναγκάσει τον αντίπαλο να υπολογίσει, και να αποφασίσει με βάση τα δικά του συμφέροντα και τη θέση του, αν ωφελείται να αντισταθεί ή όχι στην απειλή που δέχεται.
Είναι πλέον επιβεβλημένη η ανάγκη να γίνει κατανοητό πως ο εξαναγκασμός είναι μια σύνθετη και δυναμική διεργασία που εμπλέκει αμφότερους τους ανταγωνιστές όπου ο καθένας επιθυμεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του αντιπάλου. Γι’ αυτό η Ελλάδα πλέον πρέπει να χρησιμοποιήσει το ίδιο όπλο της Τουρκίας, το στρατηγικό εξαναγκασμό. Με αυτή τη στρατηγική θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τον εξαναγκασμό που δεχόμαστε, προκειμένου η Τουρκία να ακυρώσει την επιθετικότητά της και να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα. Βέβαια  απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση όχι μόνο του εχθρού μας αλλά ιδιαιτέρως του εαυτού μας. Πρέπει να προσδιορίσουμε αν η συμμετοχή σε ένα συγκεκριμένο ανταγωνισμό εξαναγκασμού είναι πιο πολύτιμη για εμάς ή για τον εχθρό. Και πρέπει να αντιμετωπίσουμε, με ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση, το πιθανό κόστος των επιλογών μας σε χρήμα, χρόνο και αίμα.
Δημοσιεύθηκε στην “Μακεδονία” και τις Ανιχνεύσεις
https://infognomonpolitics.gr/