28.7.17

ΕΠΙΚΑΙΡΟ:"“Συναυλία τζιτζικιών”


Του Ιωάννου Γ. Νιώτη

 Ένα θαυμαστό πυροτέχνημα ήχων- μυριάδες ρουκέτες από φως και φλόγα μεσημεριού, τοξεύονται στα ουράνια, σκάζουνε, φουντώνουνε μ’ αέναη ορμή, Άπειρα πύρινα συντριβάνια, σε φαντασμαγορία θριάμβου.
Έθνη από τζιτζίκια, κλαρωμένα στ΄ αναρίθμητα κλαριά του πευκιά, εκτελούν την προαιώνια συμφωνία τους  με το ίδιο, το αμετάβλητο κέφι που πρωτολάλησαν  κάτω από τον ήλιο.
Το ξανθό φως του και η πύρα του θρέφανε το αυγό τους μέσα στην πανάλαφρη ψύχα του ασφοδελού.
Ανεμόσαρκα, αιθερόπλαστα, διάφανα σαν τη δροσιά πούχουνε πιει, χύνουνε βρύσες αστείρευτες, κρουνούς αστόμωτους το τραγούδι τους στο γαλάζιο αιθέρα, πάνω από τ΄αμπέλια που κρέμεται δροσοχνουδάτη και τραγανή  η αγουρίδα κι απ τα μποστάνια που τρίζει το πεπόνι και κιτρινίζει σαν το φλουρί- ένα τραγούδι, γεμάτο ρώμη κι αισιοδοξία, γυαλάδα και ευωδιά ώριμων καρπών, αλλά κι από τη μυστική έκσταση του μεσημεριού κι όλους τους πανάρχαιους ειδωλολατρικούς του θρύλους.


   Είναι μια πλημμύρα χαράς που κατακλύζει τη γη, τα σταχτιά βράχια,το κοκκινόχωμα, τα σχίνα, τα λουλουδιασμένα θυμάρια,τον πευκιά, τόν αέρα, τα καλοκαιρινά συννεφάκια και πάει ν ανταμώσει τη λουλακιά θάλασσα, τον αέναο φλοίσβο των κυμάτων- αυτή την άλλη χαρούμενη πλημμύρα που αφρίζει στην αμμουδιά. 
Ένας μπάσος, ο Σαλιάπην να πούμε των τζιτζικιών, αρχίζει μ ένα σόλο, σαν αρχαίος “εξάρχων” του διθυράμβου:  Τζι-τζι-τζι-τζι…..!
   Έπειτα μπαίνουν άλλες φωνές  πιο ντελικάτες και τέλος η απίστευτη μάζα των τενόρων, για να υψώσει το τραγούδι σαν κολοσσιαία  ηχητική πυραμίδα, που χορεύει ανάερα με την κορφή στον έβδομο ουρανό, με χιλιάδες μακρινά κύμβαλα μ αναρίθμητα σείστρα – μέγα τρόπαιο Διονυσιασμού.

 Είναι το δριμύ κι αντρίκιο φως του καλοκαιριού, το βαρβάτο του θάλπος, η οργιαστική του γονιμότητα, ο τίμιος ιδρώτας του, η παχιά του ανάσα, η αψιά μυρωδιά του καμωμένη τραγούδι και νιώθει κανένας να τον παίρνει, να τον σηκώνει ψηλά, ένα πούπουλο που τρικλίζει μεθυσμένο, μακάριο, αφρόντιστο σαν την πρωθόρμητη γνήσια ζωή, που δεν έχει καμιά συνείδηση, πούνε γεμάτη από τον εαυτό της, σαν όταν δεν είχε γλυστρίσει ακόμα το φίδι στο Παράδεισο του καλού Θεού.

   Πέστε το και ποτέ μη πάψετε, παρακαλώ, βασιλιάδες του καλοκαιριού, αηδόνια του μεσημεριού!
Με μια διάθεση ατσαλάκωτη, σαν το κατεβατό της θάλασσας, πρωΐ-πρωΐ καινούργια, σαν τ άλικο  μπουμπούκι της ροδιάς, αφήνω να με πάρετε μαζί σας- ένα τζιτζίκι στα τζιτζίκια.

Ήθελα νάμουν όλος μάτια σαν και σας, που δεν χορταίνουνε τη μέρα, να χαίρομαι διπλά, τριπλά το μέγα πανηγύρι που ψάλλει ακούραστα η αχανής σας χορωδία. Κι όταν μια μέρα θα τα κλείσω, νάναι γεμάτα από το Θείο δράμα της ομορφιάς, που σκόρπισε, μ’ άσωτα χέρια ο άφθαστος τεχνίτης, που σας ακούει.
  Οι παγωνιές έρχονται, φθάνουν. Ας χαρούμε την μονάκριβη τούτη ώρα. Η απέραντη σοφία Του έδωσε το θάνατο κεντρί της ζωής. Εφήμερους μας έκανε για να νιώσουμε ακοίμητη τη λαχτάρα της κι οξύτατη την ηδονή της. Πέστε το γεμάτα, μ όλο σας το είναι. Ψηλά ολοένα ψηλότερα.
Ανάμεσα ουρανού και γης, εκεί επάνω στην ολόχρυση μετέωρη χώρα, όπου σμίγουν οι φωνές σας σ ένα πανδαιμόνιο χαράς, νοιώθω τη παρουσία Του. Είναι εκεί που λύνονται τα δεσμά και τα σπάζουν οι φυλακες και συντρίβονται τα τσόφλια των ατομικών υπάρξεων και όπου αντιλαλεί καθάριο και παναρμόνιο το τραγούδι μιας ζωής που ποτέ δεν πεθαίνει.!
   Μα σε τι άκεφη ώρα πρέπει να βρισκόταν αυτός  λαός που φαντάστηκε το τζιτζίκι, καταραμένο από τη μάνα του- για την αδιαφορία, λέει, που της έδειξε, καταδικασμένο να λαλεί ώσπου να σκάσει;
   Να κάμει την εντύπωση καταδίκης, αγγαρείας ένα τραγούδι τόσο αλαφρό, που μοιάζει σαν χορός ακτίνων!
  Ίσως ο λαός θέλησε μ αυτό να χαρακτηρίσει την επιμονή του τζιτζικιού,το ασίγητο λάλημά του!
Μ’ αυτό  ‘ισα-ίσα είναι που υπνωτίζει, που ρίχνει σ έκσταση φακίρη και δερβίση. Είναι χρυσός, αιθέριος στρόβιλος, που συναρπάζει, αλλά θέλει γερά νεύρα  για να το νοιώσει και να το χαρεί κάποιος, το καταμεσήμερο που υψώνεται σ’ όλη τη δόξα του.