![]() |
| Οι εγκληματολόγοι της ΕΛ.ΑΣ. εξηγούν αποκλειστικά στο Skai.gr πώς εντοπίστηκαν κρυπτονομίσματα και ψηφιακά assets ύψους άνω των 5,4 εκατ. ευρώ |
Της Άννας Μαρούλη
Λίγους μόλις μήνες μετά την πρώτη, ιστορική για τα ελληνικά δεδομένα κατάσχεση κρυπτονομισμάτων στη χώρα - υπόθεση που είχε αποκαλύψει το «ελληνικό CSI» στο Skai.gr-, οι ψηφιακοί εγκληματολόγοι της Ελληνικής Αστυνομίας βρέθηκαν ξανά σε επιχείρηση με ευρωπαϊκές διαστάσεις. Στο πλαίσιο της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) για κύκλωμα διασυνοριακής απάτης ΦΠΑ τύπου «carousel» που φέρεται να προκάλεσε ζημία άνω των 71 εκατ. ευρώ στα δημόσια ταμεία της Ελλάδας και της ΕΕ, κατάφεραν να εντοπίσουν και να δεσμεύσουν κρυπτονομίσματα και άλλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας άνω των 5,4 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τις Αρχές, πρόκειται για τη μεγαλύτερη δέσμευση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ελλάδα.
Πώς οι ειδικοί της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης εντόπισαν τα ψηφιακά ίχνη, έφτασαν στα cold wallets των εμπλεκομένων και ξεπέρασαν τα τεχνικά εμπόδια για τη δέσμευση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων:
Η υπόθεση
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), οι Αρχές πραγματοποίησαν έρευνες και κατασχέσεις σε πολλαπλές τοποθεσίες στην Αττική και την Καστοριά, στο πλαίσιο ανάκρισης για υπόθεση κυκλικής απάτης ΦΠΑ. Η έρευνα, που ξεκίνησε σχεδόν έναν χρόνο πριν, αποκάλυψε ένα πολύπλοκο δίκτυο εταιρειών εγκατεστημένων σε Βουλγαρία, Κύπρο, Τσεχία και Ελλάδα, οι οποίες φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν για τη διακίνηση μικρών ηλεκτρονικών συσκευών εντός της ΕΕ.
Η απάτη, που φέρεται να εκτυλίχθηκε μεταξύ 2021 και 2025 μέσω αλυσίδας εικονικών εταιρειών («missing traders»), εκτιμάται ότι προκάλεσε ζημία τουλάχιστον 46,9 εκατ. ευρώ στον προϋπολογισμό της ΕΕ και της Ελλάδας από ανείσπρακτο ΦΠΑ, ενώ εντοπίστηκαν ενδείξεις για επιπλέον 24,2 εκατ. ευρώ ΦΠΑ που είτε δεν καταβλήθηκε, είτε δηλώθηκε εσφαλμένα.
Για την υπόθεση, έχουν ταυτοποιηθεί μέχρι στιγμής ως εμπλεκόμενοι συνολικά 4 άτομα και συγκεκριμένα 2 επιχειρηματίες και 2 λογιστές, ηλικίας 51, 52 και 51, 55 ετών αντίστοιχα, σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία.
Τις έρευνες διενήργησε η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, με την υποστήριξη της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Κατασχέθηκαν έγγραφα, λογιστικά στοιχεία, ψηφιακά αποδεικτικά μέσα, 99.000 ευρώ σε μετρητά και τρία πολυτελή αυτοκίνητα, ενώ δεσμεύτηκαν 88 ακίνητα εκτιμώμενης αξίας άνω των 4,5 εκατ. ευρώ, καθώς και πλήθος τραπεζικών λογαριασμών, με τη συνδρομή και της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, προκειμένου αναλυθούν και δεσμευτούν τηρούμενοι λογαριασμοί και στο εξωτερικό.
Το στοιχείο όμως που ξεχωρίζει είναι η δέσμευση κρυπτονομισμάτων αξίας περίπου 900.000 ευρώ και λοιπών άυλων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ύψους περίπου 4,5 εκατ. ευρώ — η μεγαλύτερη ψηφιακή δέσμευση που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα μας.
Εξηγώντας την έννοια των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, οι ψηφιακοί εγκληματολόγοι της Ελληνικής Αστυνομίας διευκρινίζουν πως οι επενδυτικές πλατφόρμες αποτελούν ηλεκτρονικά συστήματα που παρέχουν στους χρήστες πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, επιτρέποντας την αγορά, πώληση και διαχείριση επενδυτικών προϊόντων μέσω διαδικτύου. Μέσω αυτών είναι δυνατή η διαπραγμάτευση ενός ευρέος φάσματος περιουσιακών στοιχείων (assets), όπως μετοχές, ομόλογα, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs), αμοιβαία κεφάλαια, παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, δικαιώματα προαίρεσης και συμβάσεις επί διαφορών – CFDs), συνάλλαγμα (Forex), εμπορεύματα (όπως χρυσός, ασήμι, πετρέλαιο και γεωργικά προϊόντα), δείκτες χρηματιστηρίων, καθώς και ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, όπου αυτά υποστηρίζονται και επιτρέπονται από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.
Τα στοιχεία που «έδειξαν» τα crypto και τα ψηφιακά assets- «Δεκαπέντε στελέχη, δεκάδες συσκευές και σύνθεση ψηφιακών ιχνών»
Ο επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης, Αλέξανδρος Βασιλαράς, ο ίδιος αξιωματικός που είχε μιλήσει στο Skai.gr για την πρώτη κατάσχεση κρυπτονομισμάτων στη χώρα, περιγράφει μια επιχείρηση διαφορετικής κλίμακας. «Στις επιτόπιες έρευνες συμμετείχε κλιμάκιο 15 στελεχών της Υποδιεύθυνσης, με αντίστοιχα στελέχη της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως δεν επρόκειτο για μια απλή εξέταση εγγράφων, αλλά για παράλληλη, συντονισμένη ανάλυση δεκάδων ψηφιακών μέσων και χιλιάδες ψηφιακά δεδομένα, σε πολλές τοποθεσίες ταυτόχρονα, με στόχο τα ψηφιακά ευρήματα να συνδέονται σε πραγματικό χρόνο.
Όπως σημειώνει, ο εντοπισμός των αξιών δεν προέκυψε από ένα μεμονωμένο εύρημα, αλλά από τον συνδυασμό ψηφιακών ιχνών που είχαν αφήσει στις ψηφιακές τους συσκευές (κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, κ.α.): εφαρμογές πορτοφολιών, ιστορικό συναλλαγών, αρχεία πρόσβασης, κ.α.. Συνθέτοντας αυτά τα στοιχεία από τις διαφορετικές οικίες και έδρες που ερευνήθηκαν, οι ερευνητές κατέληξαν στα λεγόμενα cold wallets - συσκευές αποθήκευσης κρυπτονομισμάτων εκτός διαδικτύου - που χρησιμοποιούσαν οι εμπλεκόμενοι, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Πώς «σπάνε» τα ψηφιακά εμπόδια
Τα cold wallets είναι εκ σχεδιασμού δύσκολα στην προσπέλαση, κάτι που καθιστά τον εντοπισμό τους μόνο το πρώτο βήμα. «Χρειάστηκε να παρακαμφθούν οι μηχανισμοί προστασίας τους με εγκληματολογικές μεθόδους», όπως εξηγεί ο κ. Βασιλαράς στο Skai.gr, ώστε οι αξίες να μεταφερθούν με ασφάλεια σε αυτό που οι ίδιοι οι ερευνητές αποκαλούν «κρατικό πορτοφόλι» —δηλαδή πορτοφόλι υπό τον πλήρη έλεγχο των Αρχών, με την ίδια λογική που είχε εφαρμοστεί και στην πρώτη κατάσχεση κρυπτονομισμάτων στη χώρα, όταν 273.000 USDT είχαν μεταφερθεί σε αντίστοιχο «κυβερνητικό πορτοφόλι».
Η έρευνα, ωστόσο, δεν σταμάτησε στα κρυπτονομίσματα. Η ενδελεχής ανάλυση των ψηφιακών δεδομένων οδήγησε στον εντοπισμό λογαριασμών σε πλατφόρμες συναλλαγών (trading platforms), όπου τηρούνταν άυλες αξίες. Με αντίστοιχη διαδικασία επαλήθευσης, τεκμηρίωσης και δέσμευσης, οι αξίες αυτές πέρασαν κι εκείνες υπό τον έλεγχο των Αρχών, συνθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των 4,5 εκατ. ευρώ σε «λοιπά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία».
Παράλληλα, εντοπίστηκαν λογαριασμοί σε χώρες του εξωτερικού. Οι αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές ενημερώθηκαν, οι κατάλληλες διεθνείς διαδικασίες ενεργοποιήθηκαν για την αντίστοιχη δέσμευσή τους, με την υπόθεση να παραμένει ενεργή για περαιτέρω διερεύνηση.
Οι ψηφιακοί μάρτυρες - «Δεν υπάρχει πια ασφαλής ψηφιακή κρυψώνα»
Ερωτηθείς για τη μεγαλύτερη τεχνική πρόκληση, ο επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης είναι σαφής: «πολλοί πιστεύουν ότι τα κρυπτονομίσματα προσφέρουν απόλυτη ανωνυμία, η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Κάθε συναλλαγή αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα. Ο συνδυασμός στοιχείων από πολλές διαφορετικές πηγές όπως κινητά, υπολογιστές, λογαριασμούς πλατφορμών, ψηφιακά πορτοφόλια που αναλύονταν σε πραγματικό χρόνο από τα διαφορετικά σημεία των ερευνών, μέσα σε ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο, ήταν το πιο απαιτητικό σημείο της έρευνας. Με εξειδικευμένα εργαλεία που διαθέτουμε χαρτογραφήσαμε και ιχνηλατήσαμε τη ροή των κρυπτονομισμάτων και παρακάμψαμε σύνθετα ψηφιακά εμπόδια, πριν χαθούνε». Και όλα αυτά, τονίζει, τηρώντας αυστηρά τα εγκληματολογικά πρωτόκολλα, ώστε το υλικό να είναι παραδεκτό ενώπιον δικαστηρίου.
Η υπόθεση, όπως και η πρώτη κατάσχεση κρυπτονομισμάτων στη χώρα, διερευνήθηκε στο πλαίσιο ποινικής έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η παρουσία και καθοδήγηση της αρμόδιας Εισαγγελέως του Ελληνικού Γραφείου της EPPO, κατά τις επιτόπιες έρευνες και η εποπτεία από όλο το γραφείο σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή συνδρομή των στελεχών της Υπηρεσίας Εσωτερικών υποθέσεων και της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες για τη δέσμευση λογαριασμών στο εξωτερικό, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως καθοριστική για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης.
«Δεν υπάρχει πια ασφαλής ψηφιακή κρυψώνα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής. «Από το κινητό τηλέφωνο μέχρι το cold wallet και τις πλατφόρμες συναλλαγών, τα ίχνη μπορούν να εντοπιστούν και να ανασυγκροτηθούν. Δεν υπάρχει άλυτος γρίφος για εμάς, γιατί τα ψηφιακά πειστήρια είναι σιωπηλοί μάρτυρες που πάντα αργά ή γρήγορα μιλούν», σημειώνει ο κ. Βασιλαράς.
Σημείο αναφοράς για το μέλλον
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η νέα αυτή υπόθεση έρχεται να επιβεβαιώσει όσα είχε προαναγγείλει το «ελληνικό CSI» στο Skai.gr με αφορμή την πρώτη κατάσχεση κρυπτονομισμάτων στη χώρα: ότι η προσαρμογή των διωκτικών Αρχών στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις δεν ήταν μια μεμονωμένη επιτυχία, αλλά η αρχή μιας συστηματικής πορείας. Από τα 273.000 USDT της πρώτης υπόθεσης έως τα πάνω από 5,4 εκατ. ευρώ σε κρυπτονομίσματα και άυλες αξίες σήμερα, η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών φαίνεται να έχει αναπτύξει πλέον την τεχνογνωσία και την οργανωτική ωριμότητα ώστε να χειρίζεται υποθέσεις υψηλής πολυπλοκότητας με σύνθετο ψηφιακό αποτύπωμα.
«Πιστεύω πως αυτή η υπόθεση αποτελεί ένα ακόμα σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές έρευνες», καταλήγει ο επικεφαλής, «το έγκλημα δεν έχει σύνορα, αλλά ούτε και η δική μας δυνατότητα να το εντοπίζουμε. Πάντα σε στενή συνεργασία με όλες τις συναρμόδιες Αρχές της χώρας, μοιραζόμαστε τη φιλοσοφία: η τεχνολογία είναι το εργαλείο των δραστών, αλλά η επιστήμη είναι το δικό μας όπλο».
Στην ανακοίνωσή της για την υπόθεση η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) υπογραμμίζει πως «όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα τεκμαίρονται αθώα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών δικαστηρίων».
Σημειώνεται πως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) είναι η ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αρμόδια για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή στη δικαιοσύνη εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
