Οι πληροφοριακές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν στη Βενεζουέλα για την ανατροπή του καθεστώτος Μαδούρο έχουν μεγάλο ιστορικό βάθος και μεγάλη πολυπλοκότητα. Σε αυτό το άρθρο, παραθέτω σχετικές δημοσιευμένες πληροφορίες από την ομάδα αναλυτών της ρωσικής ιδιωτικής εταιρείας πληροφοριών και αναλύσεων R-Techno Ltd, όπως είχαν δημοσιευθεί ήδη από το 2019, οπότε (από τότε) η τελική εκτίμηση ήταν η εξής:
το καθεστώς Μαδούρο ήταν θεμελιωδώς υπονομευμένο, οι κύριοι δρώντες στην περιοχή (τσαβιστές, ΗΠΑ, Ρωσία, και Κίνα) θα έπρεπε να δημιουργήσουν ένα «παράθυρο χρόνου» για να διαπραγματευθούν για μια νέα ισορροπία συμφερόντων στη μετά-Μαδούρο εποχή, και ο ίδιος ο Μαδούρο, λόγω στρατηγικών σφαλμάτων που είχε διαπράξει, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να σταθεροποιήσει το καθεστώς του.Στις 17 Αυγούστου 2019, στο Καράκας, ένα από τα πιο επιδραστικά βενεζουελανά μέσα μαζικής ενημέρωσης, το Medium, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Andrey Manoilo: Las inversiones rusas en Venezuela son tan importantes como las de Ucrania», το οποίο υπέγραφαν δύο Ρώσοι πολιτικοί αναλυτές: ο Αντρέι Μανόιλο (Andrey Manoylo), φιλόσοφος των Διεθνών Σχέσεων στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας και σύμβουλος της εταιρείας πληροφοριών και αναλύσεων R-Techno Ltd, και ο Κονσταντίν Στριγκουνόφ (Konstantin Strigunov).
Στο προαναφερθέν άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκουνόφ, αποκαλύφθηκε ο ρόλος που έπαιζε ο πρόεδρος της Εθνικής Συνταγματικής Συνέλευσης Ντιοσντάντο Καμπέλο, δηλαδή ο υπ’ αριθμόν δύο πολιτικός-πολιτειακός παράγοντας (μετά από τον Μαδούρο) στη Βενεζουέλα.
Όπως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα ανάλυση, ο Καμπέλο, ένας τσαβιστής στον οποίο δεν είχε επιτραπεί να συμμετέχει προσωπικώς στις διαπραγματεύσεις του Όσλο και των Μπαρμπέιντος (μεταξύ Μαδούρο και Γκουαϊδό), συνδέεται στενά με το καρτέλ ναρκωτικών Los Soles (αποτελώντας, άρα, έναν δίαυλο μεταξύ της παράταξης του Μαδούρο και του ανόμου κεφαλαίου), και, συγχρόνως, είχε δομήσει δικές του προσωπικές σχέσεις με παράγοντες της κουβανικής κυβέρνησης και των κουβανικών μυστικών υπηρεσιών (καθώς είχε λάβει χώρα μυστική συνάντηση του Καμπέλο με την κουβανική ηγεσία στην Αβάνα, στις 8 Ιουνίου 2019), και, επί πλέον, εν αγνοία του Μαδούρο, είχε ανοίξει έναν μυστικό δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του ιδίου και παραγόντων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών (της CIA).
Το παρασκήνιο της εκδίωξης Μαδούρο
Στο προαναφερθέν άρθρο τους, ο Μανόιλο και ο Στρικουνόφ υποστηρίζουν ότι ο Καμπέλο, οικοδομώντας προσωπικές σχέσεις με υψηλόβαθμους πολιτικούς παράγοντες των ΗΠΑ (άρα, και με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες), διαπραγματευόταν ανταλλάγματα για τον εαυτό του σε περίπτωση που θα επιτυγχανόταν η εκδίωξη του Μαδούρο από την προεδρία της Βενεζουέλας μέσω της διεξαγωγής πρόωρων προεδρικών εκλογών.
Οι ΗΠΑ ανέκαθεν θεωρούσαν ότι ο Καμπέλο αποτελούσε ένα τοξικό πρόσωπο και τον παρομοίαζαν με τον έμπορο ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ, αλλά το γεγονός ότι ο Καμπέλο είχε κατορθώσει να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του Στρατού και των ειδικών υπηρεσιών της Βενεζουέλας έκανε σημαντικούς παράγοντες του πολιτικού κατεστημένου και των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ να διαπραγματευθούν μαζί του για την εκδίωξη του Μαδούρο από την ηγεσία της Βενεζουέλας. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ κατηγόρησε τον Ντιοσντάντο Καμπέλο για διαφθορά, λαθρεμπόριο ναρκωτικών και λαθρεμπόριο ορυκτών. Εξ ου και ο Ντιοσντάντο Καμπέλο είχε πλέον μικρό περιθώριο πολιτικών ελιγμών και ήταν εντόνως ευάλωτος σε εκβιασμούς από τη CIA.
Από το 2019, η CIA ανέλαβε να προσεγγίσει και να στρατολογήσει οποιονδήποτε τσαβιστή ανήκε στον εσωτερικό κύκλο της κυβέρνησης του Μαδούρο. Ο Μαδούρο παγιδεύθηκε: αφού οι ΗΠΑ δέσμευσαν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο Μαδούρο στο εξωτερικό (πράγματι, είχε πολλά χρήματα στο εξωτερικό) και όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν μέλη της οικογένειάς του στο εξωτερικό καθώς και τραπεζικούς λογαριασμούς και άλλα περιουσιακά στοιχεία μελών του εσωτερικού του κύκλου, η θέση του Μαδούρο έγινε ευάλωτη και επισφαλής. Οποιοσδήποτε στον εσωτερικό κύκλο του Μαδούρο θα μπορούσε να προδώσει τον Μαδούρο στους Αμερικανούς με αντάλλαγμα να επανακτήσει τον έλεγχο επί των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του.
Το σκάνδαλο γύρω από την Βενεζουέλα
Η δημοσίευση του προαναφερθέντος άρθρου του Μανόιλο και του Στριγκουνόφ προκάλεσε πολιτικό σάλο, όχι μόνο στη Βενεζουέλα, όπου μπλογκς και πολιτικοί παράγοντες εξέφρασαν την έκπληξή τους και την ανησυχία τους. Στις ίδιες τις ΗΠΑ, έγινε μια προσπάθεια διαχείρισης αυτού του πολιτικού σκανδάλου με πληροφοριακά αντίμετρα. Συγκεκριμένα, αμέσως, στις 19 Αυγούστου 2019, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press δημοσίευσε «διαρροή» σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε μυστικές διαπραγματεύσεις με υψηλόβαθμο παράγοντα της κυβερνώσας σοσιαλιστικής παράταξης της Βενεζουέλας.
Το ανωτέρω άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκουνόφ υποχρέωσε την αμερικανική πλευρά να δημοσιοποιήσει και να παραδεχθεί μυστικές πολιτικές ενέργειες, που πυροδότησαν ένα σοβαρό διπλωματικό σκάνδαλο. Αυτή η εξέλιξη συνέβαλε στην απόφαση του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019, να αποπέμψει τον Τζον Μπόλτον από τη θέση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας. Την επόμενη ημέρα, μετά από την αποπομπή του Μπόλτον, ο Τραμπ δικαιολόγησε την απόφασή του επικαλούμενος «απόκλιση απόψεων» μεταξύ του ιδίου και του Μπόλτον για το θέμα της Βενεζουέλας.
Ο Μπόλτον ήταν ο άμεσος ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος της επιχείρησης της CIA να διεισδύσει στον εσωτερικό κύκλο του Μαδούρο και να τον ανατρέψει, και είχε όχι μόνο αποτύχει, αλλά και εμπλέξει τις Η.Π.Α. σε ένα σοβαρό διπλωματικό σκάνδαλο. Η στρατολόγηση του Ντιοσντάντο Καμπέλο από τη CIA κατέληξε σε φιάσκο για τις Η.Π.Α., και ο Μπόλτον πλήρωσε το αντίστοιχο πολιτικό τίμημα.
_________________
Αναρτήθηκε από τον Δρ Μιχάλη Τσολάκη

