«Αν δεν καθόμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού»: Η ιστορική ομιλία του Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός για το τέλος της παλιάς τάξης πραγμάτων με αναφορές στον Χάβελ και τον Θουκυδίδη, που έγινε viral (videos)
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, μπορεί να μην διαθέτει τη λάμψη του προκατόχου του, Τζάστιν Τριντό, όμως η ομιλία που εκφώνησε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός στις 20 Ιανουαρίου επιχείρησε να περιγράψει μια «ρήξη, όχι μια μετάβαση» στη διεθνή τάξη και να χαράξει τον «δρόμο του Καναδά» σε έναν κόσμο όπου, όπως προειδοποίησε, οι μεγάλες δυνάμεις εργαλειοποιούν την οικονομική ολοκλήρωση, οι κανόνες απειλούνται και η στρατηγική αυτονομία επιστρέφει ως επιτακτική ανάγκη.
Ο Μαρκ Κάρνεϊ, 60 ετών και 24ος πρωθυπουργός του Καναδά, ανέβηκε στο βήμα στο παγωμένο Νταβός με μια ομιλία που, όπως παρουσιάστηκε, φιλοδοξεί να εξηγήσει ότι «ο κόσμος μας αλλάζει» και ότι εξελίσσονται «κοσμοϊστορικά γεγονότα». Η παρέμβασή του ξεκίνησε με αναφορά στον Θουκυδίδη και στον Βάτσλαβ Χάβελ, όχι ως επίδειξη λόγιου ύφους, αλλά ως πλαίσιο για να περιγράψει τη φθορά της διεθνούς τάξης «βασισμένης σε κανόνες» και το δίλημμα των ηγετών μπροστά στις αποφάσεις που έρχονται.
Στην αρχή της ομιλίας του, ο Καναδός πρωθυπουργός έθεσε το κεντρικό πρόβλημα, παραπέμποντας στον Θουκυδίδη: «Φαίνεται πως κάθε μέρα μας υπενθυμίζει ότι ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, ότι η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες φθίνει, ότι οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει».
Και υπογράμμισε πως αυτή η λογική συχνά παρουσιάζεται ως «αναπόφευκτη», με αποτέλεσμα να ενισχύεται η τάση των χωρών «να συμμορφώνονται, να προσαρμόζονται, να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, να ελπίζουν ότι η υποταγή θα τους εξασφαλίσει ασφάλεια». Η θέση του, όπως την διατύπωσε αμέσως μετά, ήταν κατηγορηματική: «Λοιπόν, δεν θα το κάνει».
Το παράδειγμα με τον μανάβη
Για να εξηγήσει το πώς λειτουργεί η «συμμόρφωση» ως μηχανισμός αναπαραγωγής συστημάτων, ο Κάρνεϊ επικαλέστηκε το δοκίμιο του Τσέχου αντιφρονούντα, μετέπειτα προέδρου, Βάτσλαβ Χάβελ, «Η δύναμη των αδύναμων» (1978). Αναπαρήγαγε το παράδειγμα με τον μανάβη που κάθε πρωί βάζει στη βιτρίνα την πινακίδα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε», χωρίς να το πιστεύει, «για να αποφύγει προβλήματα» και «να τα έχει καλά», με αποτέλεσμα το σύστημα να επιβιώνει «όχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που ιδιωτικά γνωρίζουν πως είναι ψευδείς».
Ο Χάβελ το ονόμασε «ζωή μέσα στο ψέμα» και ο Κάρνεϊ πήρε το συμπέρασμα και το μετέφερε στο σήμερα: η δύναμη ενός συστήματος δεν πηγάζει από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό, ενώ η ευθραυστότητά του ξεκινά, όταν «έστω και ένας άνθρωπος σταματήσει να συμμετέχει». Από εκεί προέκυψε και η κεντρική του προτροπή: «Φίλοι μου, ήρθε η ώρα οι εταιρείες και τα κράτη να κατεβάσουν τις πινακίδες τους».
Η «τάξη βασισμένη σε κανόνες» και γιατί «δεν λειτουργεί πλέον»
Ο Καναδός πρωθυπουργός περιέγραψε ότι για δεκαετίες χώρες όπως ο Καναδάς «ευημερούσαν» σε αυτό που ονομάστηκε «διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες»: εντάχθηκαν στους θεσμούς της, επαίνεσαν τις αρχές της και ωφελήθηκαν από την προβλεψιμότητά της, ώστε να ακολουθούν πολιτικές «βασισμένες σε αξίες» υπό την προστασία της.
Παραδέχθηκε ωστόσο ότι «η ιστορία» αυτής της τάξης ήταν «εν μέρει ψευδής»: οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε, οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα, το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με «την ταυτότητα του κατηγορούμενου ή του θύματος». Την ίδια στιγμή, υποστήριξε ότι αυτή η «μυθοπλασία» ήταν χρήσιμη, καθώς η αμερικανική ηγεμονία παρείχε δημόσια αγαθά, όπως «ανοιχτές θαλάσσιες οδούς», «σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα», «συλλογική ασφάλεια» και «πλαίσια επίλυσης διαφορών».
«Έτσι, βάλαμε την πινακίδα στο παράθυρο» είπε, σημειώνοντας ότι συμμετείχαν στις τελετουργίες και απέφευγαν να αναδεικνύουν το χάσμα ρητορικής και πραγματικότητας. Το συμπέρασμά του ήταν απόλυτο: «Αυτή η συμφωνία δεν λειτουργεί πλέον».
Στη συνέχεια, ο Κάρνεϊ ξεκαθάρισε ότι «βρισκόμαστε στη μέση μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης». Απαρίθμησε ότι τα τελευταία 20 χρόνια μια αλληλουχία κρίσεων -«χρηματοπιστωτικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών»- αποκάλυψε τους κινδύνους της προχωρημένης παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Το νεότερο στοιχείο, όπως το περιέγραψε, είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να χρησιμοποιούν την ολοκλήρωση ως όπλο: «τους δασμούς ως μοχλό πίεσης», «τις χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού» και «τις αλυσίδες εφοδιασμού ως ευπάθειες προς εκμετάλλευση». Με αυτή τη λογική, όπως υποστήριξε, δεν μπορείς να «ζεις μέσα στο ψέμα» της αμοιβαίας ωφέλειας, όταν η ολοκλήρωση γίνεται πηγή υποταγής.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά προειδοποίησε ότι απειλούνται οι πολυμερείς θεσμοί, στους οποίους βασίζονταν οι μεσαίες δυνάμεις: «ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, οι COP, ολόκληρη η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων». Γι’ αυτό, πολλές χώρες καταλήγουν ότι πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία σε «ενέργεια, τρόφιμα, κρίσιμα ορυκτά, χρηματοδότηση και αλυσίδες εφοδιασμού». Την χαρακτήρισε «κατανοητή» ώθηση, υπογραμμίζοντας ότι μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει, να τροφοδοτήσει ενεργειακά ή να υπερασπιστεί τον πληθυσμό της, έχει λίγες επιλογές: «Όταν οι κανόνες δεν σε προστατεύουν, πρέπει να προστατευτείς μόνος σου». Παράλληλα, προειδοποίησε για το τίμημα: «Ένας κόσμος οχυρών θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος».
Η διαχείριση κινδύνου
Ο Κάρνεϊ προσέθεσε ότι, αν οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείψουν ακόμη και την «προσποίηση» κανόνων και αξιών για την ανεμπόδιστη επιδίωξη ισχύος και συμφερόντων, τα οφέλη του συναλλακτισμού θα γίνουν όλο και δυσκολότερα να αναπαραχθούν. Υποστήριξε ότι οι ηγεμονίες δεν μπορούν επ’ αόριστον να «εμπορευματοποιούν» τις σχέσεις τους, ότι οι σύμμαχοι θα διαφοροποιηθούν για να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα και ότι θα αυξήσουν τις επιλογές τους για να ανακτήσουν κυριαρχία, η οποία πλέον θα «βασίζεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση». Το χαρακτήρισε «κλασική διαχείριση κινδύνου», σημειώνοντας ότι έχει κόστος, αλλά το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας και της κυριαρχίας μπορεί να μοιραστεί: «Οι συλλογικές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι φθηνότερες από το να χτίζει ο καθένας το δικό του φρούριο», «τα κοινά πρότυπα μειώνουν τον κατακερματισμό» και «οι συμπληρωματικότητες δημιουργούν θετικό άθροισμα».
Κατά τον Κάρνεϊ, το κρίσιμο ερώτημα για μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούν: «Πρέπει». Το δίλημμα είναι αν θα προσαρμοστούν απλώς «χτίζοντας ψηλότερα τείχη» ή αν μπορούν να κάνουν «κάτι πιο φιλόδοξο». Ανέφερε ότι ο Καναδάς ήταν από τους πρώτους που «άκουσαν το καμπανάκι κινδύνου», γεγονός που τους οδηγεί σε «θεμελιώδη αλλαγή στρατηγικής στάσης», καθώς «οι παλιές, άνετες παραδοχές» -ότι η γεωγραφία και οι συμμαχίες εξασφάλιζαν αυτόματα ευημερία και ασφάλεια- «δεν ισχύουν πλέον».
Καναδική προσέγγιση και ρεαλισμός
Η νέα καναδική προσέγγιση, όπως είπε, βασίζεται σε αυτό που ο Αλεξάντερ Στουμπ έχει ονομάσει «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες», ή αλλιώς στην προσπάθεια να είναι «ηθικοί και πραγματιστές». Ως «αρχές», απαρίθμησε τη δέσμευση σε θεμελιώδεις αξίες: «κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα», «απαγόρευση της χρήσης βίας, εκτός εάν συνάδει με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών», «σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ως «ρεαλισμό», ανέφερε την αναγνώριση ότι η πρόοδος είναι συχνά σταδιακή, ότι τα συμφέροντα αποκλίνουν και ότι δεν συμμερίζονται όλοι οι εταίροι τις ίδιες αξίες. «Εμπλεκόμαστε ευρέως και στρατηγικά, με τα μάτια μας ανοιχτά» είπε, υπογραμμίζοντας ότι αντιμετωπίζουν «τον κόσμο όπως είναι» και δεν περιμένουν «έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι».
Τόνισε επίσης ότι ρυθμίζουν τις σχέσεις τους, ώστε «το βάθος τους να αντικατοπτρίζει τις αξίες μας», δίνοντας προτεραιότητα στη διευρυμένη εμπλοκή για να μεγιστοποιήσουν την επιρροή τους. Και συμπλήρωσε πως δεν βασίζονται πλέον μόνο «στη δύναμη των αξιών μας», αλλά και «στην αξία της δύναμής μας».
Στο ζήτημα της Ουκρανίας, ο Κάρνεϊ είπε ότι ο Καναδάς είναι «βασικό μέλος της Συμμαχίας των Προθύμων» και από τους μεγαλύτερους «κατά κεφαλήν» συνεισφέροντες στην άμυνα και την ασφάλειά της. Για την κυριαρχία της Αρκτικής, τόνισε ότι ο Καναδάς στέκεται «σταθερά» στο πλευρό της Γροιλανδίας και της Δανίας και στηρίζει πλήρως «το μοναδικό τους δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον της Γροιλανδίας».
Υπογράμμισε επίσης ότι η δέσμευση στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι «ακλόνητη», σημειώνοντας πως συνεργάζονται με συμμάχους -μεταξύ αυτών χώρες της Βόρειας Ευρώπης και της Βαλτικής- για την ενίσχυση των βόρειων και δυτικών πτερύγων της Συμμαχίας, με «άνευ προηγουμένου» επενδύσεις σε «ραντάρ πέραν του ορίζοντα», «υποβρύχια», «αεροσκάφη» και με «στρατεύματα επιτόπου, στρατεύματα στον πάγο».
Στο θέμα των δασμών, δήλωσε ότι ο Καναδάς «αντιτίθεται σθεναρά στους δασμούς που αφορούν στη Γροιλανδία» και ζητά «στοχευμένες συνομιλίες» για την επίτευξη κοινών στόχων ασφάλειας και ευημερίας στην Αρκτική.
Στο πολυμερές εμπόριο, είπε ότι ο Καναδάς πρωτοστατεί σε προσπάθειες «γεφύρωσης της Δι-Ειρηνικής Συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση», με στόχο τη δημιουργία ενός νέου εμπορικού μπλοκ «1,5 δισεκατομμυρίου ανθρώπων» γύρω από τα κρίσιμα ορυκτά.
Ανέφερε επίσης τη δημιουργία «αγοραστικών λεσχών» με πυρήνα την G7, ώστε ο κόσμος να διαφοροποιηθεί από «συγκεντρωμένες πηγές εφοδιασμού», ενώ για την τεχνητή νοημοσύνη είπε ότι συνεργάζονται με «ομοϊδεάτες δημοκρατίες», για να διασφαλίσουν ότι δεν θα αναγκαστούν να επιλέξουν «ανάμεσα σε ηγεμονίες και υπερ-παρόχους».
Ο Κάρνεϊ ξεκαθάρισε ότι αυτό «δεν είναι αφελής πολυμερής προσέγγιση ούτε εξάρτηση από φθαρμένους θεσμούς», αλλά «οικοδόμηση συνασπισμών που λειτουργούν, ζήτημα προς ζήτημα», με εταίρους που έχουν αρκετό κοινό έδαφος για να δράσουν μαζί -σε κάποιες περιπτώσεις, όπως είπε, αυτό μπορεί να αφορά «στη μεγάλη πλειονότητα» των χωρών. Μίλησε για ένα «πυκνό πλέγμα σχέσεων» σε εμπόριο, επενδύσεις και πολιτισμό, από το οποίο μπορούν να αντλήσουν για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες του μέλλοντος. Η βασική του θέση για τις μεσαίες δυνάμεις αποτυπώθηκε στη φράση: «Αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού».
Στην ίδια λογική, υποστήριξε ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν, προς το παρόν, να κινούνται μόνες τους επειδή έχουν μέγεθος αγοράς, στρατιωτική ισχύ και μόχλευση για να επιβάλλουν όρους. Οι μεσαίες δυνάμεις δεν το έχουν, συμπλήρωσε, και όταν διαπραγματεύονται μόνο διμερώς με μια ηγεμονία, το κάνουν «από θέση αδυναμίας»: «Δεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται» και ανταγωνιζόμαστε «για το ποιος θα είναι πιο υποχωρητικός». Τόνισε πως αυτό «δεν είναι κυριαρχία», αλλά «η παράσταση της κυριαρχίας ενώ αποδεχόμαστε την υποταγή».
Σε έναν κόσμο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, είπε, οι χώρες στο ενδιάμεσο έχουν επιλογή: είτε να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για εύνοια, είτε να ενωθούν για να δημιουργήσουν «έναν τρίτο δρόμο με πραγματικό αντίκτυπο». Προειδοποίησε επίσης να μην τυφλωθούν από την άνοδο της σκληρής ισχύος και να θυμούνται ότι η δύναμη της «νομιμοποίησης», της «ακεραιότητας» και των «κανόνων» παραμένει ισχυρή, αν χρησιμοποιηθεί συλλογικά.
Επιστροφή στον Χάβελ
Επιστρέφοντας στον Χάβελ, ο Κάρνεϊ ανέλυσε τι σημαίνει για τις μεσαίες δυνάμεις να «ζουν την αλήθεια». Πρώτον, είπε, σημαίνει να ονομάζουν την πραγματικότητα και να σταματήσουν να επικαλούνται τη διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες «σαν να λειτουργεί ακόμη όπως διαφημίζεται», αλλά να την αποκαλούν αυτό που είναι: «ένα σύστημα εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων», όπου οι ισχυρότεροι επιδιώκουν συμφέροντα χρησιμοποιώντας την οικονομική ολοκλήρωση ως μέσο εξαναγκασμού.
Δεύτερον, σημαίνει συνεπή δράση και εφαρμογή ίδιων προτύπων σε συμμάχους και αντιπάλους, καθώς όταν οι μεσαίες δυνάμεις καταγγέλλουν πίεση από τη μία πλευρά αλλά σιωπούν όταν προέρχεται από άλλη, «κρατούν ακόμη την πινακίδα στο παράθυρο».
Τρίτον, σημαίνει να χτίζουν αυτό που ισχυρίζονται ότι πιστεύουν αντί να περιμένουν την επιστροφή της παλιάς τάξης: να δημιουργούν θεσμούς και συμφωνίες που λειτουργούν όπως περιγράφονται και να μειώνουν τη μόχλευση που επιτρέπει τον εξαναγκασμό.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε ως άμεση προτεραιότητα «μια ισχυρή εγχώρια οικονομία» και χαρακτήρισε τη διεθνή διαφοροποίηση όχι απλώς οικονομική σύνεση, αλλά «το υλικό θεμέλιο μιας έντιμης εξωτερικής πολιτικής», καθώς οι χώρες κερδίζουν το δικαίωμα να παίρνουν θέσεις αρχών όταν μειώνουν την ευαλωτότητά τους σε αντίποινα.
Κλείνοντας, είπε ότι ο Καναδάς έχει και «την επίγνωση του τι συμβαίνει και την αποφασιστικότητα να δράσει ανάλογα», καθώς η ρήξη απαιτεί «περισσότερα από προσαρμογή» και «ειλικρίνεια για τον κόσμο όπως είναι». Και επέστρεψε στο κεντρικό του μήνυμα: «Κατεβάζουμε την πινακίδα από το παράθυρο».
Τόνισε ότι γνωρίζουν πως η παλιά τάξη «δεν θα επιστρέψει» και ότι «δεν πρέπει να τη θρηνούμε», υπογραμμίζοντας πως «η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική». Δήλωσε όμως ότι «μέσα από τη ρωγμή» μπορούν να χτίσουν κάτι «μεγαλύτερο, καλύτερο, ισχυρότερο και δικαιότερο», χαρακτηρίζοντάς το καθήκον των μεσαίων δυνάμεων -των χωρών που έχουν περισσότερα να χάσουν από έναν κόσμο φρουρίων και περισσότερα να κερδίσουν από τη γνήσια συνεργασία. «Οι ισχυροί έχουν την ισχύ τους» είπε, «αλλά κι εμείς έχουμε κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να κοιτάζουμε κατάματα την πραγματικότητα, να χτίζουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δρούμε από κοινού».
«Αυτός είναι ο δρόμος του Καναδά. Τον επιλέγουμε ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση. Και είναι ένας δρόμος ανοιχτός σε κάθε χώρα που θέλει να τον ακολουθήσει μαζί μας» κατέληξε, ευχαριστώντας το ακροατήριο.
Πηγές: news247, newsit, tanea
______________________________
Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο
