9.1.26

Τα «θέλω» του Τραμπ γεννούν ασάφειες και σύγχυση

.

Εάν η περίπτωση της Βενεζουέλας αποδεικνύεται δύσκολη στην πράξη, τότε τι θα γίνει με τη Γροιλανδία ή το Ιράν;

Το σημείο εκκίνησης για την αμερικανική ηγεσία, όταν αυτή εξαπολύει πια απειλές προσάρτησης κι επικυριαρχίας κατά μη αμερικανικών εδαφών, μπορεί να είναι το ίδιο· εν προκειμένω αυτό που πολλοί αποκαλούν Δόγμα «Ντονρόε» ή νέο Δόγμα Μονρόε: η στρατηγική επιλογή δηλαδή της επέκτασης του αμερικανικού ελέγχου στο δυτικό ημισφαίριο, από τη Γροιλανδία και τον βόρειο Ατλαντικό έως τη Λατινική Αμερική στον Νότο. Τα επιμέρους μέτωπα, ωστόσο, αυτού του δόγματος διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους και οι πρακτικές διαστάσεις των προς υλοποίηση αμερικανικών διαθέσεων περιπλέκουν τα πράγματα.

Πέντε 24ωρα έπειτα από την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στις ΗΠΑ όπου εκείνος πλέον δικάζεται ως «ναρκοτρομοκράτης», οι αμερικανικές διαθέσεις σε σχέση με την πλούσια σε πετρέλαιο Βενεζουέλα έχουν σε γενικές γραμμές ανακοινωθεί.

Υπό αμερικανική «εποπτεία»

Σύμφωνα με τον Αμερικανό ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, οι ΗΠΑ έχουν ένα σχέδιο τριών φάσεων για τη Βενεζουέλα, που ξεκινά με τη «σταθεροποίηση» της χώρας, συνεχίζεται με την οικονομική της «ανάκαμψη» και καταλήγει σε μια πολιτική «μετάβαση» που θα διασφαλίζει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική συμπόρευση με τις ΗΠΑ. Το πόσο ακριβώς θα διαρκέσει αυτό το σχέδιο προς το παρόν δεν είναι σαφές. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι κατά αυτήν την απροσδιόριστης διάρκειας χρονική περίοδο, οι ΗΠΑ θα παίρνουν τις αποφάσεις για λογαριασμό του Καράκας. Οι αποφάσεις των Αρχών της Βενεζουέλας θα υπαγορεύονται από τις ΗΠΑ, δήλωσε απροκάλυπτα η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ. Η εποπτεία των ΗΠΑ μάλλον θα διαρκέσει «πολύ περισσότερο από έναν χρόνο», υποστήριξε, από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε άλλωστε ανακοινώσει ήδη από το περασμένο Σάββατο ότι οι ΗΠΑ πρόκειται να αναλάβουν τη διοίκηση της Βενεζουέλας για ένα διάστημα. Η διοίκηση Τραμπ παρουσιάστηκε, μάλιστα, να αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο χερσαίες εισβολής με «μπότες στο έδαφος» («boots on the ground»), με Αμερικανούς στρατιώτες δηλαδή επί βενεζουελανικού εδάφους.

Η Βενεζουέλα είναι γεωγραφικά δίπλα στις ΗΠΑ, πολύ πιο κοντά δηλαδή στη «βάση» από ό,τι ήταν το Αφγανιστάν, το Ιράκ ή η Συρία. Αυτές τις «boots on the ground» επεμβάσεις, ωστόσο, οι Αμερικανοί τις είχαν πληρώσει ακριβά στο παρελθόν. Ειδικά στην περίπτωση της Βενεζουέλας οι ένοπλες δυνάμεις που ήταν μέχρι πρότινος πιστές στον Νικολάς Μαδούρο παραμένουν αμετακίνητες στη θέση τους. Προς το παρόν δεν έχουν ξηλωθεί, ούτε αφοπλιστεί και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για τις ΗΠΑ και τα αμερικανικά συμφέροντα σε περίπτωση σύγκρουσης. Ακόμη κι αν ηττούνταν, αυτή η ήττα μπορεί να συνοδευόταν από αμερικανικές απώλειες που δεν θα άρεσαν καθόλου στην απομονωτιστική πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Πώς;

Η πλευρά Τραμπ είναι προφανές ότι θα ήθελε να αποφύγει ένα σενάριο τύπου «boots on the ground». Πώς ακριβώς θα επιτευχθεί όμως, επί του πρακτέου, η αμερικανική «καθοδήγηση» της Βενεζουέλας χωρίς Αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφος; Αυτό ακόμη δεν είναι σαφές. Ο Ρούμπιο υποστήριξε, την περασμένη Κυριακή, ότι οι ΗΠΑ θα ασκούν πιέσεις στις Αρχές της λατινομερικανικής χώρας μέσω του ναυτικού και ενεργειακού της αποκλεισμού. Ο εν λόγω αποκλεισμός είναι πράγματι υλοποιήσιμος και ήδη ορατός. Δύναται να ανακατευθύνει τις εξαγωγές βενεζουελανικού πετρελαίου μακριά από χώρες όπως η Κίνα, και παράλληλα να θέσει υπό αμερικανικό έλεγχο τα βενεζουελανικά έσοδα από το πετρέλαιο.

Τι θα κάνουν οι αμερικανικές πετρελαϊκές;

Ακόμη και στο μέτωπο της ενέργειας, ωστόσο, υπάρχουν ασάφειες που γεννούν ερωτήματα αναφορικά με το από εδώ και πέρα.

Την ώρα της ανατροπής του Μαδούρο, οι ΗΠΑ είχαν υπερδεκαπλάσια παραγωγή πετρελαίου από τη Βενεζουέλα.

Η Βενεζουέλα μπορεί να διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού στον κόσμο, αλλά η παραγωγή της μειώθηκε κατακόρυφα τα περασμένα χρόνια, με αποτέλεσμα αυτή να υποχωρήσει στη θέση 18 της παγκόσμιας κατάταξης από πλευράς παραγωγής. Αν και διαθέτει περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού, η παραγωγή της μειώθηκε κατά πάνω από 75% την περίοδο μεταξύ 2013 και 2020. Ενδεικτικά, από εκεί που άλλοτε κάλυπτε το 8% της παγκόσμιας προσφοράς, κατέληξε να καλύπτει το 1%. Ως εκ τούτου, για να ανακάμψει αυτή η βιομηχανία, θα χρειαστούν επενδύσεις ύψους δεκάδων ή ακόμη και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι FT. Ποιος θα τις κάνει;

Οι ΗΠΑ ξεχωρίζουν ήδη ως η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή πετρελαίου στον κόσμο, σε μια περίοδο όμως κατά την οποία οι τιμές του αργού κινούνται σχετικά χαμηλά. Υπό αυτές τις συνθήκες, διερωτάται κανείς εάν οι αμερικανικές πετρελαϊκές θα ενδιαφέρονταν πραγματικά να προχωρήσουν σε επενδύσεις στη Βενεζουέλα εάν δεν τις πίεζε ο Τραμπ. Οι ExxonMobil και ConocoPhillips δεν έχουν πια παρουσία εκεί και θα έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή. Η Chevron από την άλλη πλευρά είναι η μόνη που δεν έφυγε και, ως εκ τούτου, διατηρεί προβάδισμα στην κούρσα της επανεκκίνησης εάν βέβαια όντως γίνει πράξη μια τέτοιου τύπου κούρσα. Σημαντική σημείωση: οι μεγάλες εταιρείες, για να επενδύσουν δισ. δολ., χρειάζονται κατά βάση δύο πράγματα: αφενός προοπτικές κερδοφορίας και αφετέρου εγγυήσεις πολιτικής σταθερότητας, πολύ δε περισσότερο σε μια χώρα όπως η Βενεζουέλα ο ενεργειακός τομέας της οποίας πέρασε μέσα από διάφορες φάσεις επεισοδιακής κρατικοποίησης τις τελευταίες δεκαετίες.

Αιφνιδιασμός εκ των έσω

Σύμφωνα πάντως με όσα καταγγέλλονται, οι πετρελαϊκές των ΗΠΑ δεν είχαν προετοιμαστεί για την ανατροπή του Μαδούρο. «Κανένας από τους παράγοντες του (σ.σ.: αμερικανικού ενεργειακού) κλάδου, που διαθέτουν τα κεφάλαια και την τεχνογνωσία για να επενδύσουν στη Βενεζουέλα, δεν ενημερώθηκε, ούτε ζητήθηκε η γνώμη του πριν από την απομάκρυνση του Μαδούρο», έγραφαν προ ημερών οι Financial Times, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι οι διευθύνοντες των εταιρειών Chevron, ExxonMobil και ConocoPhillips «αιφνιδιάστηκαν» από τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το CNN από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ Νταγκ Μπέργκαμ και ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ έχουν πλέον αναλάβει «να πείσουν τις αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα», όπερ όμως σημαίνει ότι αυτές ακόμη δεν έχουν πειστεί και ότι, ενδεχομένως, ίσως να έχουν λόγους να μην πειστούν. Σύμφωνα με το Reuters, κορυφαία στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών αναμένονταν στον Λευκό Οίκο, ενδεχομένως σήμερα (Πέμπτη) ή τις επόμενες ημέρες.

Τα τρία ανοιχτά μέτωπα στη Βενεζουέλα

Με άλλα λόγια, το πείραμα της υπό αμερικανική εποπτεία μετά Μαδούρο Βενεζουέλας δείχνει να είναι ακόμη υπό διαμόρφωση στα μέτωπα της ασφάλειας, της πολιτικής μετάβασης και της ενέργειας.

•Τι θα γίνει με τις ένοπλες βενεζουελανικές δυνάμεις; Μπορεί οι ένοπλοι «τσαβίστας» να γίνουν ξαφνικά «τραμπικοί», ενώ ο ηγέτης τους δικάζεται στις ΗΠΑ;

•Τι θα γίνει με τη βενεζουελανική αντιπολίτευση; Θα αποδεχθεί αμαχητί μια «μαδουρική», όπως η Ροντρίγκες, στην προεδρία;

•Και τι θα κάνουν οι αμερικανικές πετρελαϊκές;

Για αυτά τα ερωτήματα προς το παρόν δεν υπάρχουν απαντήσεις. Ο Μαδούρο μπορεί να δικάζεται πια στις ΗΠΑ, αλλά το μέλλον της Βενεζουέλας παραμένει ακόμη αχαρτογράφητο κι αβέβαιο.

Βενεζουέλα – Γροιλανδία – Ιράν

Εάν όμως είναι δύσκολη στην πράξη η περίπτωση της Βενεζουέλας, τότε τι θα γίνει στις περιπτώσεις της Γροιλανδίας ή του Ιράν, που έχουν επίσης βρεθεί στο στόχαστρο του Τραμπ;

Μια ενδεχόμενη προσάρτηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ είναι βέβαιο ότι θα προκαλούσε πρωτοφανή κρίση στις τάξεις του ΝΑΤΟΗ ηγεσία της Δανίας το δήλωσε ξεκάθαρα και μάλλον δεν μπλοφάρει. Ακόμη και στην περίπτωση που βρεθεί μια «συμβιβαστική λύση» για τη Γροιλανδία, το ΝΑΤΟ θα έχει επί της ουσίας καταστεί πια μια κατ’ όνομα Συμμαχία που έχει περιέλθει σε φάση εσωστρέφειας στην προσπάθεια να εξασφαλίσει τη δική της επιβίωση μέσα από τη διαχείριση εσωτερικών ρηγμάτων. Κι αυτό, ενώ παραμένουν ανοιχτές κι άλλες πληγές, όπως εκείνες του Ουκρανικού, των Ελληνοτουρκικών, της απόσυρσης αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη, της επαμφοτερίζουσας αμερικανικής στάσης απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν κ.ά.

Οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να διεκδικήσουν τη Γροιλανδία στο όνομα της συλλογικής νατοϊκής ασφάλειας, ως κυρίαρχη δύναμη εντός του ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι έτσι πρόκειται να υπερασπιστούν καλύτερα τη συμμαχική ασφάλεια στην περιοχή του βόρειου Ατλαντικού. Ο Στίβεν Μίλερ, ως προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, το δήλωσε ήδη. Πόσο όμως πείθει αυτό το επιχείρημα όταν προέρχεται από μια διοίκηση όπως είναι εκείνη του Τραμπ, που την ίδια ώρα αποσύρει δυνάμεις από την Ευρώπη, μιλά για ένα «λιγότερο αμερικανικό» ΝΑΤΟ και αποδέχεται πολλές από τις ρωσικές αξιώσεις στην Ουκρανία;

Αναφορικά, δε, με την Τεχεράνη, το ενδεχόμενο το Ιράν να δεχθεί χερσαία εισβολή θα πρέπει να αποκλείεται για λόγους γεωγραφικούς, γεωλογικούς (βλ. οροσειρές) και στρατιωτικούς, κι αυτό είναι από μόνο του κάτι το οποίο θέτει σημαντικούς περιορισμούς αναφορικά με όσα θα μπορούσαν να αλλάξουν επί του πεδίου… παρά τους όποιους επαπειλούμενους νέους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς και τις κυρώσεις.

 kathimerini