4.4.21

Ο «άγνωστος» φάκελος της υπόθεσης Μαρφίν - Τέσσερις νέοι ύποπτοι

Ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία για τουλάχιστον τέσσερα άτομα ηλικίας περίπου  σήμερα 35-45 ετών που σχετίζονταν με τον αναρχικό χώρο ότι πρωταγωνίστησαν στον  φονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου στις 5 Μαΐου 2010  περιέχονται στον νέο φακελο που έχει σχηματίσει η ΕΛ.ΑΣ. για το δραματικό περιστατικό πριν από 11 περίπου χρόνια και το οποίο παραμένει ανεξιχνίαστο. Μάλιστα η ΕΛ.ΑΣ. εστίασε το ενδιαφερον της σε αυτά τα τεσσερα άτομα με βάση την ανάλυση νέου οπτικού υλικού,  ορισμένες καταθέσεις κι από αξιοποίηση νέων πληροφοριών.

Η νέα αυτή έρευνα ξεκίνησε από τα τέλη του 2019 με βάση νέα δεδομένα της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας της Ασφάλειας Αττικής τα οποία στάλθηκαν στη συνέχεια στην Εισαγγελία Αθηνών και η οποία επέστρεψε   προ μερικών ημερών τη δικογραφία στην ΕΛ.ΑΣ. για την πραγματοποίηση προκαταρκτικής εξέτασης.

Σύμφωνα με αναφορές στα «ΝΕΑ» ανώτατων στελεχών της Λεωφόρου Κατεχάκη «πρόκειται για πολύ πιο  ισχυρά στοιχεία, από αυτά που είχαν συγκεντρωθεί στην αρχική φάση της έρευνας και είχαν οδηγήσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου τρία άτομα, τα οποία   ωστόσο αθωώθηκαν παμψηφεί». Μάλιστα ο νέος κύκλος των υπόπτων δεν έχει καμιά σχέση με τους κατηγορούμενους ή τους αναφερόμενους αναρχικούς εκείνης της περιόδου. Με στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. να συμπληρώνουν ότι «παρότι υπήρξε αρχικά ενδελεχής έρευνα της υπόθεσης και τα 11 χρόνια που παρήλθαν προφανώς δεν ευνοούν την ανεύρεση νέων στοιχείων - αφού προφανώς οι ύποπτοι  έχουν εξαϋλώσει τα ίχνη των πράξεών τους - παρ' όλα αυτά η τωρινή έρευνα περιέχει ορισμένα νέα   αξιοποιήσιμα στοιχεία. Κι επιπλέον δεν είναι τόσο «τυφλή» και αόριστη όπως την αρχική περίοδο. Με το δεδομένο ότι λόγω της ανάγκης κατάσβεσης της μοιραίας πυρκαγιάς, των μεγάλων ποσοτήτων νερού που ρίχθηκαν στο σημείο αλλά και του πλήθους που στεκόταν στο σημείο του εμπρησμού   εξαφανίσθηκε οποιοδήποτε ίχνος (DNA, αποτυπώματα κ.λπ.) των δραστών, από τους οποίους οι περισσότεροι είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους.

Δικογραφία

Μάλιστα στη δικογραφία που είχε σχηματισθεί την περίοδο 2010 - 2013  συμπεριλαμβανόταν και πόρισμα των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ. ότι υπήρχε αδυναμία εξαγωγής άλλων σημαντικών στοιχείων από τα βίντεο της επίθεσης. Κι ορισμένες υπόνοιες είχαν υπάρξει με βάση μέχρι και τα χρώματα των παπουτσιών ή τα ρούχα των αγνώστων. Ομως φαίνεται ότι έστω και δέκα χρόνια μετά η εστιασμένη έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. ανέδειξε σημαντικά νεότερα στοιχεία.

 

Επεξεργασία 92 βίντεο

Από την πρώτη ημέρα του φονικού εμπρησμού άρχισε και η επεξεργασία των στοιχείων από 92 βίντεο - προερχόμενα από κάμερες της ΕΛ.ΑΣ., τραπεζών, καταστημάτων κ.λπ. - που είχαν συλλέγει από τους αστυνομικούς από τις οδούς Σταδίου, Πατησίων, Αμαλίας και απ' όπου αλλού πέρασε το συγκεκριμένο μπλοκ αντιεξουσιαστών. Επιπλέον ζητήθηκαν βίντεο και φωτογραφίες από την κάλυψη των γεγονότων εκείνης της ημέρας από ορισμένα ΜΜΕ και από φωτογράφους που ήταν στο σημείο. Από αυτά τα βίντεο εκτυπώθηκαν στο Τμήμα Φωτογραφικού και Μεθοδικοτήτων των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων περίπου 2.500 φωτογραφίες, οι οποίες τέθηκαν σε χρονική σειρά. Παράλληλα επισημάνθηκαν ορισμένα άτομα με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, τον σωματότυπό τους, τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους ή τις τσάντες που μετέφεραν από την αρχή της πορείας (από την περιοχή του Πολυτεχνείου μέχρι τη στιγμή του εμπρησμού και μετά από αυτόν). Για τη δημιουργία του «φιλμ» της επίθεσης είχε υπάρξει καθημερινή, πολύωρη συνεργασία των αστυνομικών της Κρατικής Ασφάλειας και τεχνικών των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων. Επιπλέον τότε φαίνεται να υπήρχε διχογνωμία των επιτελών της ΕΛ.ΑΣ. για την ανάγκη δημοσιοποίησης ορισμένων φωτογραφιών για την τυχόν αναγνώριση των υπόπτων. Οπως  εξάλλου και για την υπηρεσία που θα αναλάμβανε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Λόγω του γεγονότος ότι εκείνη την περίοδο η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία ασχολείτο με τη σύλληψη μελών του «Επαναστατικού  Αγώνα» μετά τον θάνατο του αναρχικού Λάμπρου Φούντα, την έρευνα την ανέλαβε η Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας.

 

Οι δίκες

Σε πρώτη φάση τον Απρίλιο του 2011 συντάχθηκε μία δικογραφία που περιείχε 41 φωτογραφίες, τρεις καταθέσεις «βασικών» μαρτύρων και μία επιστολή άγνωστης προέλευσης με την οποία κλήθηκαν ως ύποπτα για τον εμπρησμό τέσσερα άτομα . Δύο από αυτά φέρεται να μετείχαν στην ομάδα που επιτέθηκε στο βιβλιοπωλείο, ενώ οι άλλοι δύο συνδέονται από την ΕΛ.ΑΣ. με τον εμπρησμό της Marfin. Χωρίς όμως συνέχεια. Τελικά για τον εμπρησμό με τους τρεις νεκρούς τραπεζικούς υπαλλήλους  παραπέμφθηκε σε δίκη ένα άτομο, που αρνείτο την κατηγορία.  Το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρει ότι υπήρχαν και άλλα δύο άτομα αυτουργοί του εμπρησμού, τα οποία είναι άγνωστα. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο. Μετά από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 χωρίς κάποιος από τους δύο κατηγορούμενους να  καταδικαστεί «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής», όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν. Σε άλλη δίκη που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013 κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού.

 

Το έγκλημα της 5ης Μαΐου 2010

Ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου υπήρξε στη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων κατά των οικονομικών μέτρων για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης. Ομάδα αγνώστων ατόμων -αποδίδεται ότι ήταν από τον αναρχικό χώρο - έριξε βόμβες μολότοφ στην τράπεζα την ώρα που βρίσκονταν μέσα σε αυτήν περίπου 25-30 εργαζόμενοι, ενώ ένα άλλο γκρουπ από την ίδια ομάδα επιτέθηκε σε βιβλιοπωλείο στο ακριβώς απέναντι πεζοδρόμιο προκαλώντας σοβαρές ζημιές. Οι περισσότεροι τραπεζοϋπάλληλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε άτομα διέσωσε η Πυροσβεστική και τρία άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού. Νεκροί ανασύρθηκαν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών (έγκυος 4 μηνών), ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών και η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών. Οι τρεις άτυχοι τραπεζοϋπάλληλοι εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες στον 3ο όροφο του κτιρίου με αποτέλεσμα να πεθάνουν από ασφυξία. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν».

 

Βασίλης Λαμπρόπουλος