3 Αυγ 2026

Μπορεί και πρέπει να αποκτήσει η Ελλάδα πυρηνικούς σταθμούς;

Αχιλλέας Χεκίμογλου

 Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνόμπιλ, το Πυρηνικό έχει γίνει εκ νέου επίκαιρο σε όλες τις μη πυρηνικές χώρες, πολλές εκ των οποίων επανεξετάζουν τη στάση τους ή προωθούν επενδύσεις στην ατομική ενέργεια. Σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι βρίσκεται και η Ελλάδα. Θα διερωτηθεί, βέβαια, κανείς αν η χώρα μας είναι σε θέση να φέρει σε πέρας ένα τόσο απαιτητικό έργο. Η απάντηση είναι «ναι» – το έχει ήδη κάνει 

Το υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση Διυπουργικής Επιτροπής για την Πυρηνική Ενέργεια. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο Πρωθυπουργός δεν αναφέρθηκε στην τυχόν κατασκευή ή μη πυρηνικών σταθμών, αλλά στην έγκαιρη επιστημονική διερεύνηση και χάραξη ενός οριοθετημένου πλαισίου, ώστε η Ελλάδα να μη μείνει ουραγός των διεθνών εξελίξεων. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μητσοτάκης μιλάει για την πυρηνική ενέργεια, καθώς έχει κάνει πολλαπλές αναφορές όλα τα προηγούμενα χρόνια, με αποκορύφωμα την πρόσφατη συμμετοχή του στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια, στο Παρίσι. Εκεί ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα φίλη της ατομικής ενέργειας, εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον της Αθήνας για πυρηνικές τεχνολογίες όπως οι νέας γενιάς μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMR), όμως απέφυγε να συνυπογράψει την επονομαζόμενη «Διακήρυξη της Πυρηνικής Συμμαχίας», μιας και δεν αποτελεί μυστικό ότι κατά παράδοση (και πλειοψηφικά, μάλιστα) η ελληνική κοινή γνώμη παραμένει αντιπυρηνική. 

H Ελλάδα είναι παρατηρητής στη Συμμαχία, ενώ η επίσημη θέση της στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας είναι της μη πυρηνικής χώρας, αν και θεωρητικά, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, δεν θα ήταν παράδοξο να περάσει στο επόμενο στάδιο και να θεωρηθεί «nuclear embarking country» – δηλαδή μη πυρηνική χώρα που εξετάζει εκ νέου την πυρηνική επιλογή. Μια συζήτηση 80 ετών Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα δεν είναι καινούρια και διεξάγεται με πάθος ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν τα πυρηνικά εργοστάσια ήταν ακόμη ένα μακρινό ενδεχόμενο. 

Ενώ άρχισε να αποκτά θεμέλια όταν η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας ολοκλήρωσε τη δημιουργία του «Δημόκριτου», που ήταν και η πρώτη εφαρμογή της πυρηνικής ενέργειας στη χώρα. Μάλιστα, είναι αξιομνημόνευτο ότι η Ελλάδα κατάφερε να ενεργοποιήσει μόνη της τον ερευνητικό αντιδραστήρα του «Δημόκριτου», το 1961, γεγονός που της χάρισε υπολογίσιμη εμβέλεια στα διεθνή επιστημονικά φόρα της εποχής. 

Δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων Ακολούθησαν επαφές, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις (από τις κυβερνήσεις της ΕΡΕ, της Ενώσεως Κέντρου, των Αποστατών και της Νέας Δημοκρατίας – αλλά και από τη χούντα των Απριλιανών) με ξένους παράγοντες για διάφορες παραλλαγές εγκατάστασης πυρηνικών εργοστασίων στην Ελλάδα, οι οποίες «πάγωσαν» από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου.

 Τότε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακύρωσε τη σύμβαση που είχε συνάψει η ΔΕΗ με την αμερικανική EBASCO (τον σύμβουλό της για την πυρηνική ενέργεια), συνεχίζοντας ωστόσο να διερευνά περιοχές εγκατάστασης πυρηνικών εργοστασίων. Ομως μετά το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ εγκατέλειψε κάθε ιδέα χρήσης πυρηνικής ενέργειας, όπως και πολλές ακόμη χώρες, όπως η Ιταλία, που επικύρωσε την απόφαση αυτή με δημοψήφισμα – και σήμερα την αναθεωρεί. 

Μη πυρηνικές χώρες σε σταυροδρόμι Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνόμπιλ, το Πυρηνικό έχει γίνει εκ νέου επίκαιρο σε όλες τις μη πυρηνικές χώρες, πολλές εκ των οποίων επανεξετάζουν τη στάση τους ή προωθούν επενδύσεις στην ατομική ενέργεια. Σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι βρίσκεται και η Ελλάδα, η οποία στο μεταξύ έχει υλοποιήσει έναν άθλο τα τελευταία χρόνια, καθώς πέτυχε όχι μόνο η πλειονότητα του ηλεκτρισμού της να παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), αλλά και για πρώτη φορά στην ιστορία της να καταστεί εξαγωγική χώρα στην ενέργεια. 

Οι ΑΠΕ θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται, όμως μόνο οι μαζικές επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης μπορούν πλέον να διασφαλίσουν αδιάλειπτη παροχή ενέργειας, αλλά και την εξυπηρέτηση των κεφαλαίων που χρηματοδοτούν τις επενδύσεις αυτές. Ορυκτά καύσιμα και πληθωρισμός Η χώρα μας συνεχίζει να στηρίζεται στο φυσικό αέριο ως καύσιμο βάσης (και ευρύτερα στα ορυκτά καύσιμα στο ενεργειακό της μείγμα) και αυτό έχει πολλαπλές συνέπειες για την οικονομία.

 Για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθωριστικού κύματος των τελευταίων ετών βασική ευθύνη έχουν τα ορυκτά καύσιμα, τα οποία, όπως διαπιστώσαμε από τους πολέμους της Ουκρανίας και του Ιράν, είναι ιδιαίτερα ευεπίφορα στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, με σοβαρές επιπτώσεις ως προς τις τιμές και τη διαθεσιμότητά τους. Κοινώς, ένα μέρος της ακρίβειας των τελευταίων ετών συνδέεται με την αύξηση του ενεργειακού κόστους που απομυζά πόρους από την οικονομία, κάνοντας τα πάντα γύρω μας ακριβότερα και «ματώνοντας» το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας.

 Ζήτηση και εξάρτηση Ενα δεύτερο πρόβλημα, που έχει υπαρξιακή σημασία, είναι ότι η περιπέτεια των τελευταίων ετών έχει δείξει πόσο ευάλωτα είναι τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη στην ενεργειακή εξάρτηση. Και αν λάβει κανείς υπόψη την αδυναμία του Κατάρ (του δεύτερου παραγωγού υγροποιημένου αερίου στον κόσμο) να υπηρετήσει τις συμβάσεις με τους πελάτες του στην Ευρώπη εξαιτίας των καταστροφών που έχουν υποστεί οι υποδομές του από τον πόλεμο και της ευρύτερης δυσκολίας της αγοράς να καλυφθεί η διεθνής ζήτηση, δεν είναι παράξενο ότι οι αγορές προεξοφλούν ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι ακόμη πιο δύσκολος στην Ευρώπη. 

Η τεχνολογική εξέλιξη Σε αυτή τη συζήτηση υπεισέρχεται και ο τεχνολογικός παράγοντας. Η ηλεκτροκίνηση, αργά αλλά σταθερά, εισέρχεται στον χώρο του αυτοκινήτου και βαθμιαία όλο και μεγαλύτερο τμήμα του στόλου των ΙΧ θα γίνεται ηλεκτρικό, ακολουθώντας τις τάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς˙ η ανάπτυξη των υπηρεσιών και των υποδομών της ψηφιακής οικονομίας –με όποια πρόκληση αυτό συνεπάγεται– αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ενεργοβόρα, όπως και τα έργα αφαλάτωσης˙ η ατομική τεχνολογία ωριμάζει και προεξοφλείται ότι οι μικροί αντιδραστήρες SMR, που θεωρούνται κατάλληλοι για τα μεγέθη της χώρας μας, θα απασχολήσουν τα πυρηνικά προγράμματα των περισσότερων χωρών στο ορατό μέλλον˙ ενώ ο κύκλος ζωής των ΑΠΕ είναι συγκεκριμένος και σύντομα θα απαιτηθεί ένας νέος γύρος επενδύσεων ώστε να συνεχίσουμε να αξιοποιούμε τα ανεξάντλητα στοιχεία της φύσης. Αυτές είναι οι ευρύτερες διαπιστώσεις που κάνουν ξανά επίκαιρη, παντού στον κόσμο, τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και του στόχου της απανθρακοποίησης της οικονομίας.

 Προσπάθεια μακράς διαρκείας Εάν υποτεθεί ότι αύριο το πρωί η χώρα μας κάνει την πυρηνική επιλογή, αυτή θα είναι μια προσπάθεια μακράς διάρκειας, που με βάση την εμπειρία της τεχνικής ιστορίας μας δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς πριν από το τέλος της επόμενης δεκαετίας το νωρίτερο. Αρα, η έγκαιρη διερεύνηση της πυρηνικής επιλογής από την Ελλάδα έχει νόημα είτε προχωρήσουμε είτε όχι με την ατομική ενέργεια, δεδομένου ότι μιλάμε για έναν ορίζοντα που θα αχνοφαίνεται πέραν του 2040. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, η Τουρκία υπέγραψε το 2010 στρατηγική συμφωνία με τη ρωσική ROSATOM για την ανάπτυξη του πυρηνικού συμπλέγματος του Ακουγιού και αναμένεται να δει τις τέσσερις πυρηνικές μονάδες της σε πλήρη λειτουργία έως το τέλος της δεκαετίας – θα τους πάρει δηλαδή σχεδόν δύο δεκαετίες. 

Παρεμπιπτόντως, είναι η ίδια χώρα που 60 χρόνια πριν διαμαρτυρόταν στο Foreign Office ότι ο ανταγωνιστής της στην Ανατολική Μεσόγειο (η Ελλάδα) θα αποκτούσε «ένα ακριβότερο παιχνίδι από αυτούς» και μια δυνατότητα που δεν είχε, δηλαδή πυρηνικά εργοστάσια, σύμφωνα με τους άγγλους διπλωμάτες της εποχής. Η κρίσιμη ερώτηση Αλλά ας επιστρέψουμε στα δικά μας. Εύλογα ο ανυποψίαστος πολίτης θα διερωτηθεί αν η Ελλάδα είναι σε θέση να φέρει σε πέρας ένα τόσο απαιτητικό έργο. 

Η απάντηση είναι «ναι» – το έχει ήδη κάνει. Από τεχνικής άποψης, ο σταθμός αερίου της Ρεβυθούσας αποτελεί ένα έργο με απαιτήσεις παρεμφερείς με εκείνες ενός πυρηνικού σταθμού. Η κρίσιμη ερώτηση, όμως, είναι ποια από τις δύο Ελλάδες θα το αναλάβει. Η Ελλάδα που δουλεύει με το ανώτατο επίπεδο επαγγελματισμού;

 Ή η Ελλάδα που πνίγεται στα ΦΕΚ, στις επιτροπές και στην αναβλητικότητα; Δεν ξέρουμε αν η χώρα μας θα μπει ξανά στην Ατομική Εποχή. 

Ξέρουμε όμως εκ πείρας ότι εάν η δεύτερη Ελλάδα αναλάβει το εγχείρημα, η προσπάθεια θα ναυαγήσει αύτανδρη εντός του λιμένος.

 * Ο Αχιλλέας Χεκίμογλου είναι συγγραφέας και ερευνητής. 

Το βιβλίο του «Ατομική Εποχή – Πυρηνική Ενέργεια, αντιδραστήρες και ουράνιο στην Ελλάδα του 20ού αιώνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. 

Πηγή: Protagon.gr

________________________________________

Αναρτήθηκε από τον Στρατηγό κ. Αθαν. Καραντζίκο