2.10.14

Μάλλον θα 'μαι ρατσιστής...


 

Έχω μια παραξενιά: ενώ έχω πάντοτε την τάση να υπερασπίζομαι τον αδύνατο... όταν όμως αυτός εκμεταλλεύεται τη δική μου (και κυρίως των άλλων) ευαισθησία προκειμένου να κάνει τι δικό του, μου τη δίνει στα νεύρα.
Υπάρχει μια κοινωνική ομάδα, η οποία δεν μπορώ να καταλάβω τί ακριβώς ζητάει τελοσπάντων.
Και μιλώ για τους τσιγγάνους ("Ρομά" τους λένε πολιτικώς ορθά, αλλά οι ίδιοι μου αυτοσυστήνονται πάντα ως τσιγγάνοι και άρα έτσι θα τους λέω).
Προέκυψε πάλι προχθές ζήτημα όταν οι αρχές τους ανακοίνωσαν ότι θα εκκενώσουν τον καταυλισμό τους στο Χαλάνδρι και πως θα τους μεταφέρουν σε έναν άλλο χώρο στεγασμένο.
Και οι τσιγγάνοι ξεσηκώθηκαν, μαζί με όλο το λεγόμενο προοδευτικό μπλοκ.

Και ειλικρινά απορώ: γιατί ξεσηκώνονται; 
Αυτό δεν είναι υποτίθεται το ζητούμενο; Να πάνε να μείνουν σε στεγασμένους χώρους;
Αυτό δεν είναι το καλύτερο και για τη δική τους υγιεινή και ασφάλεια, αλλά και για την γενικότερη κοινωνική υγιεινή και ασφάλεια;
Λένε επίσης ότι ο χώρος που θα τους μεταστεγάσουν δεν είναι ο καταλληλότερος.
Μα συγνώμη, συγκρίνεται το υπαίθριο τσαντίρι με έναν -έστω κακό, αλλά- ασφαλή και στεγασμένο χώρο;
Μην τρελαθούμε δηλαδή!

Εκτός αν τελικά οι τσιγγάνοι προτιμούν να διαιωνίζεται το καθεστώς του τσαντιριού και εμείς απλώς βαράμε προοδευτικά παλαμάκια σε κάθε τους παράλογη απαιτηση, μην τυχόν και μας ταυτίσουν με τους ακροδεξιούς!
"Παράλογη απαίτηση", είπα;
Γιατί είναι παράλογη απαίτηση από την πλευρά τους να ζουν σε τσαντίρια;
Διότι πρώτα απ' όλα, η ζωή στα τσαντίρια είναι ο ορισμός αυτού που λέει το δημοσιογραφικό κλισέ "υγιειονομική βόμβα".
Οι συνθήκες υγιεινής είναι άθλιες. Και αυτό το τονίζουν πάντοτε οι τσιγγάνοι.
Αλλά το τονίζουν όταν θέλουν κάτι άλλο (π.χ. τσάμπα ρεύμα).
Όταν πάνε να τους μετακινήσουν σε άλλο χώρο, τότε ξαφνικά ξεχνούν τις τραγικές συνθήκες ζωής και θέλουν να παραμείνουν εκεί.

Επίσης, η ζωή σε τσαντίρια αναπόφευκτα οδηγεί και σε έναν γενικότερο παραβατικό τροπο ζωής, σε μια γκετοποίηση.
Όταν δε διαμένεις σε κανονικό σπίτι, με κανονικά χαρτιά, όταν δεν είσαι δηλαδή μέρος της υπόλοιπης κοινωνίας και (αυτο)περιθωριοποιείσαι, τότε η παραβατικότητα είναι κάτι σχεδόν σαν μονόδρομος.
Και, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μας, η οικονομική δραστηριότητα των τσιγγάνων των τσαντιριών τροφοδοτείται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από την παραβατικότητα.
Στην καλύτερη περίπτωση με πράγματα από τα σκουπίδια, τα οποία τα μεταπωλούν σε εμπόρους και βιοτέχνες. 
Στη χειρότερη ομως (και συχνότερα) με εμπόριο ναρκωτικών, κλεμμένα αυτοκίνητα, κλεμμένα κινητά, κλεμμένα αξεσουάρ αυτοκινήτων, κλεμμένα υλικά (χάλκινα καλώδια κλπ)

Προφανώς, δε φταίει η ρατσα ή το dna τους για όλα αυτά.
Φταίει η κατάσταση στην οποία ζουν.
Και, όποιος πράγματι ενδιαφέρεται γι' αυτούς αλλά και για το κοινωνικό σύνολο, τότε είναι λογικό όχι να υπερασπίζεται τη διαιώνιση αυτής της άθλιας -για όλους- κατάστασης, αλλά να προωθεί την ουσιαστική ένταξή τους στην κοινωνία.
Και προσθέτω το επίθετο "ουσιαστική" μπροστά απ' την ένταξη, προκειμένου να διαχωρίσω τα ευρω-ευαισθητούλικα προγράμματα του χαϊδέματος (και της αρπαχτής των ΜΚΟ) από μια ουσιαστική προσπάθεια ένταξης και αφομοίωσης.
Γιατί, προς το παρόν, η προοδευτική πτέρυγα της κοινωνίας εθελοτυφλεί.
Όπως εθελοτυφλούσε και με το πρόβλημα της αθρόας υπερμετανάστευσης που "έπνιγε" την κοινωνία, βλέποντας την απλώς ως ένα πολυπολιτισμικό... πάρτυ, ώσπου η κοινωνία ξέσπασε με τα γνωστά φρικτά αποτελέσματα (Χρυσή Αυγή, Φαήλος, Άδωνις κλπ).

Οι προοδευτικοί πρέπει επιτέλους να διαχωρίσουν την τέχνη απ' τη ζωή.
Μπορεί στις ταινίες οι τσιγγάνοι των τσαντιριών να μοιάζουν με μποέμ καλλιτέχνες που στήνουν όλη νύχτα γλέντια γύρω απ' τη φωτιά, στα τραγούδια οι τσιγγάνες να είναι κάτι χαριτωμένες και διαχυτικές τύπισσες που λένε απλώς τα χαρτιά και απολαμβάνουν τον ελεύθερο έρωτα και τα τσιγγανάκια να μοιάζουν με παραλίγο παιδιά-θαύματα που τραγουδούν ολημερίς αμανέδες και Bregovic, αλλά η πραγματική ζωή δεν είναι έτσι.
Οι πραγματικοί τσιγγάνοι των τσαντιριών τραγουδούν Ζαφείρη Μελά και Χριστοδουλόπουλο, έχουν από 3 "σπασμένα" iphone ο καθένας, είναι φορτωμένοι σαν λατέρνες απ' τα χρυσά κοσμήματα, όλη μέρα βρίζονται μεταξύ τους, δεν πιστεύουν καθόλου στον ελεύθερο έρωτα, δεν έχουν καθόλου "ελεύθερη τσιγγάνικη καρδιά" και, μόλις πέσει η νύχτα, οι μικροί ξαμολιούνται στους δρόμους και ό,τι αρπάξουν και επίσης έχουν κάνει την επαιτεία επάγγελμα -οι περισσότεροι- εξ επιλογής και λιγότεροι εξ ανάγκης.
 

Γιατί όλα αυτά;
Όχι από την ράτσα τους, επαναλαμβάνω.
Αλλά από την αδιαφορία ημών να τους εντάξουμε στο κοινωνικό σύνολο και προφανώς από τη συνακόλουθη απροθυμία και των ίδιων να ξεβολευτούν από τη σημερινή τους βολή, που αποφέρει ασυλία απ' το νόμο (όποιος έχει πάει στην αστυνομία να καταγγείλει τσιγγάνο για κάποιο αδίκημα, καταλαβαίνει τί εννοώ) και αρκετό παράνομο χρήμα.
Γιατί, αν πάνε σε κανονικά σπίτια, θα πρέπει να αρχίσουν να δουλεύουν συστηματικά και νόμιμα, θα πρέπει να πληρώνουν ένα νοίκι συστηματικά, θα πρέπει να συνηθίσουν το σεβασμό των κανόνων, τους οποίους όλοι οι υπόλοιποι -τα κορόιδα- σεβόμαστε.

Αν θέλουμε να μιλάμε για δικαιώματα, αυτά πρέπει να στοχεύουν στην ίση μεταχείριση.
Και, εφόσον εγώ δεν μπορώ να πάρω δέκα φίλους και φίλες, να πάμε να στήσουμε σκηνές και να την πέσουμε κάπου, γράφοντας στα παπάρια μας το νόμο, να τραβήξουμε κι ένα καλώδιο από την κολώνα της ΔΕΗ και να κάνουμε το δημόσιο χώρο δικό μας, θα πρέπει αυτό να ισχύει και για τους υπόλοιπους- και για τους τσιγγάνους προφανώς.
Εξαιρείται βέβαια η περίπτωση να μην μπορεί κάποιος να συντηρήσει σπίτι, οπότε θεωρείται άστεγος και η αντιμετώπισή του είναι διαφορετική. Και η αντιμετώπισή του προφανώς θα πρέπει να είναι ίδια με την αντιμετώπιση κάθε άστεγου ή ανήμπορου γενικώς να επιβιώσει, ανεξαρτήτως φυλής και χρώματος. 
Αλλά όταν κάποιος έχει τη δυνατότητα να συντηρήσει σπίτι, είναι απαγορευτικό να την αράζει σε τσαντίρια και καταυλισμούς.

Η διαιώνιση των τσαντιριών ευνοεί τη συντήρηση των τσιγγάνων μέσα σε αυτό που 'λεγε και μια ψυχή "λούμπεν προλεταριάτο".
Οι άνθρωποι που ζουν κατ' αυτόν τον τρόπο, μέσα από παράνομες δραστηριότητες και τελούν διαρκώς υπό τον εκβιασμό στέγασης από πλευράς του κράτους, αναγκαστικά γίνονται μια κοινωνική ομάδα, εξαιρετικά ευάλωτη και άρα βολική για το κατεστημένο, αφού είναι μονίμως εξαρτώμενη και εκβιάσιμη.
 

Πρόοδος είναι να θέλεις να προωθήσεις τα πράγματα προς μια κατεύθυνση επίλυσης κοινωνικών ζητημάτων, ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής μιας κοινωνικής ομάδας και να υπάρξει συνολικότερη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής.
Το να φαντασιωνόμαστε "τρελούς τσιγγάνους" σαν του Τσιτσάνη και "Μπαλαμούς" σαν του Τσακνή, είναι όμορφο και ονειροπόλο αλλά δεν αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα που απαιτούν -ανεπιτήδευτη και απαλλαγμένη από ιδεοληψίες- διάγνωση της κατάστασης και την κατάληλλη ίαση.

Η εποχή των καταυλισμών πρέπει να τελειώσει.
Για το καλό όλων.

Έχω γνωρίσει πολλούς τσιγγάνους.
Αυτοί που μένουν σε τσαντίρια, είναι αυτό που λένε... "ένας κι ένας".
Ασχολούνται ολο με παρανομίες, έχουν κάνει την επαιτεία επάγγελμα και -κατά κύριο λόγο- έχουν πιο πολλά λεφτά από μένα.
Μηδενική μόρφωση, πλήρης αδυναμία ή και απροθυμία να συνταχθούν με τους κοινωνικούς κανόνες.
Αυτοί όμως που ζουν σε σπίτια κανονικά σε ανονικές γειτονιές, όπως όλοι οι άνθρωποι, είναι αξιολογώτατοι, οι περισσότεροι σπουδασμένοι, καλλιεργημένοι, με πολλά ενδιαφέροντα, με πολύ αξιόλογες απόψεις και φιλοσοφία ζωής, εργάζονται κανονικά και ίσως αυτοί να ταιριάζουν στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο αξιακά με τον "τσιγγάνο των τραγουδιών".

Εγώ επειδή επιθυμώ να ζουν ετσι οι τσιγγάνοι και όχι με τον τρόπο που περιέγραψα από πάνω, συμφωνώ με την κατεδάφιση των καταυλισμών, εφόσον βέβαια βρίσκεται μια άλλη, καλή προσωρινή λύση στέγασης, ώσπου βέβαια να διοχετευτούν μέσα στον κοινωνικό ιστό.
Διότι και η μακρά παραμονή σε αυτούς τους χώρους μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υγιεινής και εκμετάλλευσης των δημοσίων χώρων, αλλά ενδεχομένως να μην καταφέρει να λύσει το πρόβλημα της γκετοποίησης και της παραβατικότητας.
 

Επομένως η καλύτερη λύση είναι η προσωρινή μετεγκατάσταση σε χώρους φιλοξενίας, ώσπου να πάνε σε σύντομο χρονικό διάστημα να μείνουν κατά οικογένειες σε κανονικά σπίτια, σε κανονικές γειτονιές.
Εκεί, κανείς δε θα τους πειράξει, κανείς δε θα τους σιχαίνεται, δε θα τους φοβάται και δε θα τους αποστρέφεται.
Γιατί και τους τσιγγάνους γνωστούς και φίλους μου, που περιέγραψα παραπάνω, κανείς δε τους αντιμετωπίζει ως "βρωμόγυφτους", αλλά όλοι τους σέβονται και τους αντιμετωπίζουν όπως όλα τα άλλα μέλη της κοινωνίας.

Ε, μάλλον θα είμαι ρατσιστής...