15.6.13

Γιατί είναι τόσο σημαντικοί οι ρωσικοί πύραυλοι S-300 στη συριακή σύγκρουση;

Προσθήκη λεζάντας
Οι ρωσικοί πύραυλοι S-300 και η εξουδετέρωση της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής


Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η ΕΕ αντέδρασαν τόσο έντονα σχετικά με την παράδοση πυραύλων S-300 από τη Ρωσία στη Συρία;

 Στην πραγματικότητα, μία ή περισσότερες συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα στη ροή του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Ειδικά με την απόφαση της ΕΕ, της Βρετανίας, της Γαλλίας και άλλων δυτικών χωρών μελών του ΝΑΤΟ να παράσχουν στις συριακές ένοπλες αντάρτες παρόμοια οπλικά συστήματα.
 Τότε, γιατί οι Ρώσοι δεν θέλουν σε καμία περίπτωση, να παραιτηθούν από το να εξοπλίσουν τον συριακό στρατό με S-300 ;
Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή τη παράδοση όπλων για τους Δυτικούς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μυστικό των επιτυχημένων στρατιωτικών εκστρατειών των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ τα τελευταία 20 χρόνια βασίστηκε στην κατοχή και τη χρήση ενός καθολικού αντίδοτου που ονομάζεται ESM / ELINT (Electronic Support Measures,  μέτρα ηλεκτρονικής υποστήριξης). Αυτό το είδος εξοπλισμού επιτρέπει την καταγραφή και την ανάλυση των εκπομπών των ραντάρ εντοπισμού και έλεγχου των οπλικών συστημάτων του εχθρού και την εξουδετέρωση τους μέσω παρεμβολών. Αυτό επιτρέπει την μέγιστη ελευθερία κινήσεων της αεροπορίας τους, και τη δυνατότητα να εκτελέσουν, χωρίς απώλειες, όλες τις αποστολές βομβαρδισμού στόχων στον αέρα, στη θάλασσα και στη ξηρά.
C4I
Το νέο στοιχείο στο κλασικό σενάριο των Δυτικών είναι ότι η Ρωσία έχει προμηθεύσει στο συριακό στρατό  τους εκτοξευτές πυραύλων S-300 εξοπλισμένους με ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ολοκληρωμένο σύστημα, το C4I, που μπορεί να εντοπίσει  τους στόχους με αυτοματοποιημένη διαχείριση του πυρός. Πριν από την εκτόξευση και τη καθοδήγηση των πυραύλων S-300, το σύστημα εξασφαλίζει την αποτελεσματική παρακολούθηση του εναέριου χώρου της Συρίας και πέραν των συνόρων της μέσω ενός δικτύου σταθερών ραντάρ χαμηλής συχνότητας τελευταίας γενιάς, ανθεκτικό στις παρεμβολές και σε κάθε είδους επιθέσεις πυραύλων αντι-ραντάρ. Σε αυτό προστίθεται ένα επιπλέον δίκτυο κινητών ραντάρ, του τύπου 1L119-Nebo, που λειτουργούν στη συχνότητα VHF. Εκτός από αυτά τα δυο αυτόματα δίκτυα παρακολούθησης του εναέριου χώρου, προστίθεται άλλο ένα στοιχείο για τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την επίθεση σε κάθε πηγή παρεμβολών ESM / ELINT των Δυτικών (Electronic Support Measures .μέτρα ηλεκτρονικής υποστήριξης) τοποθετημένα σε αεροσκάφη ή πολεμικά πλοία.

Στην πράξη, με την αυξανόμενη εξαγωγή αυτών των νέων οπλικών συστημάτων στον κόσμο από τη Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι σύμμαχοι τους του ΝΑΤΟ και το Ισραήλ δεν θα μπορέσουν πλέον να επιβάλουν δήθεν «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων», όπως έκαναν στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και τη Λιβύη. Δεν θα μπορέσουν ούτε να αναλάβουν τον κίνδυνο μιας χερσαίας εισβολής με τη χρήση του πολεμικού ναυτικού και πεζοναυτών.

Πώς κατάφεραν οι Ρώσοι να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν αυτό το είδος της τεχνολογίας, στις συνθήκες της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και οικονομικής παρακμής, ενώ το τεχνολογικό πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον της Ρωσίας, επέτρεψε στον αμερικανικό στρατό να διεξαγάγει επιτυχούς πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν εναντίον στρατών εξοπλισμένων με σοβιετικό πολεμικό υλικό; 
Τι θα μπορούσε να είναι το στοιχείο που έδινε αυτή τη υπεροχή στα αμερικανικά όπλα;
Η απάντηση είναι: το C4I (CommandControlCommunicationsComputersand Intelligence).

Το C4I είναι μια σύγχρονη έννοια, ο μόνος σημερινός τρόπος να πολλαπλασιάσει μέχρι και 10 φορές την κινητικότητα, την ταχύτητα ανταπόκρισης, την αποδοτικότητα , την τεχνική ακρίβεια στους συμβατικούς πολέμους, με βάση την εκτεταμένη χρήση μικροεπεξεργαστών τελευταίας γενιάς και εξοπλισμού επικοινωνιών, που ολοκληρώνουν αισθητήρες ανίχνευσης και καθοδήγησης των όπλων. 

Για να καλύψει τη διαφορά με τους Αμερικανούς, η Ρωσία δημιούργησε μια υπηρεσία έρευνας παρόμοια με την Defense Advanced Research Projects του  Πενταγώνου (DARPA, η οποία δημιουργήθηκε το 1958 μετά την εκτόξευση του Σπούνικ από τη Σοβιετική Ένωση), η οποία χειρίζεται τις έρευνες για το επιστημονικό ρίσκο, καθώς και την έρευνα και ανάπτυξη σχετικά με τις τελευταίες ανακαλύψεις για τη ρωσική στρατιωτική βιομηχανία.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά πως, στις 27 Μάρτη 1999, καταρρίφθηκε ένα αμερικανικό «stealth» αεροσκάφος F-117 στην Budjanovci στη Γιουγκοσλαβία από το σύστημα S-125 (Neva / Pechora), παρατηρούμε ότι η Ρωσική Υπηρεσία Έρευνας για την άμυνα ανακάλυψε και υλοποίησε μια τεχνική λύση για την ανίχνευση και καταστροφή αυτού του τύπου αεροπλάνου και πυραύλων cruise. 
Αλλά για να επιτευχθεί η τεχνολογική απόδοση των Ηνωμένων Πολιτειών, θα πρέπει να περιμένουμε το 2008, στη διάρκεια του πολέμου κατά της Γεωργίας. 
Πριν από τη σύγκρουση, ο γεωργιανός στρατός είχε λάβει τα πιο σύγχρονα συστήματα C4I από την αμερικανική εταιρία L-3 GCS (ηγετική εταιρία στην αγορά του μικρού ηλεκτρονικού εξοπλισμού) και από το Ισραήλ. Στον απόηχο του πολέμου του 2008, ο ρωσικός στρατός πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο μέρος των εξοπλισμών C4I που κατείχε ο γεωργιανός στρατός, και στη συνέχεια τα ανάλυσε, τα αντέγραψε και τα πολλαπλασίασε. Τα high-tech στοιχεία που προέκυψαν ενσωματώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή των νέων οπλικών συστημάτων η στην αναβάθμιση υφιστάμενων συστημάτων.

Το C4I επιτρέπει τη δημιουργία τακτικών δικτύων επικοινωνίας μέσω ένταξης σε μια πλατφόρμα όπως ένα στρατιωτικό όχημα σε κίνηση. Επιτρέπει την παράσταση σε οθόνη και την αυτόματη ενημέρωση της τακτικής κατάστασης στις κονσόλες με ψηφιακούς χάρτες, την διαχείριση των ελέγχων, τις αναφορές από τις μάχες και την κατάσταση της λογιστικής (ανάγκες πυρομαχικών, καυσίμων, κλπ.), ή την παρακολούθηση της κατάστασης προετοιμασίας και λειτουργίας των οπλικών συστημάτων. 
Το σύστημα C4I καθιστά επίσης δυνατή τη εξασφάλιση της συλλογής, της δορυφορικής μετάδοσης και της ανάλυσης των πληροφοριών σε τυπική μορφή του ΝΑΤΟ σε πραγματικό χρόνο, χρησιμοποιώντας αισθητήρες που τοποθετούνται στην πρώτη γραμμή, και μέσω των συστημάτων AGS (Alliance GroundSurveillance) για την παρατήρηση / ηλεκτρονική παρακολούθηση στο έδαφος μέσω δορυφόρων και κατάλληλων μη επανδρωμένων αεροσκαφών. 
Όλες οι πληροφορίες κατευθύνονται προς το κινητό αρχηγείο στο επίπεδο του τάγματος ή ταξιαρχίας. Με αυτό τον τρόπο, είναι δυνατόν το αρχηγείο να γνωρίσει την κατάσταση που επικρατεί στο τακτικό πεδίο, τη διαχείριση του πεδίου μάχης, και να διευκολυνθεί η λήψη αποφάσεων από το αρχηγείο.

Το C4I επιτρέπει επίσης τη ηχητική και τηλεοπτική μετάδοση και λήψη με ασύρματο εξοπλισμό, υπό ασφαλείς συνθήκες, μιας μεγάλης ποσότητας δεδομένων υψηλής ταχύτητας, όπως η φωνή και τα ψηφιακά δεδομένα παρά των παρεμβολών που μπορούν να υπάρχουν. 
Τα στοιχεία του διαθέτουν μνήμες, συνδέονται με τους δικούς τους ιδίους διακομιστές που διαχειρίζονται από ισχυρούς επεξεργαστές της τελευταίας γενιάς, και καλύπτουν όλο το φάσμα συχνοτήτων, και προστατεύονται με ψηφιακή κρυπτογράφηση.

Valentin Βασιλέσκου
Πρώην αναπληρωτής διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στο αεροδρόμιο Otopeni (Ρουμανία)


Γενική σημείωση (NB): Δεν διαθέτουμε διορθωτή(-τρια) και οι αναρτημένες δημοσιεύσεις (πάντα βιαστικές) περιέχουν λάθη, ορθογραφικά και συντακτικά. Προτιμάμε πάντα την ουσία παρά τη μορφή. Ευχαριστούμε για τη κατανόηση σας.