20.2.13

Η Λογοτεχνική μας γωνιά


Φούγκα για δύο ασύμμετρες φωνές... φροντιστήριο: μια άλλη όψη


της Ρένας Ραψομανίκη


Από τη Νίκη απόμεινε μια τρυφερή ανάμνηση κι ένα ποίημα αμύθητης συναισθηματικής , αν και   αμφίβολης καλλιτεχνικής αξίας
Η μοίρα των νεανικών ερώτων!

Όχι πως δεν θα μπορούσε  να την αποζητήσει, μα ήταν στην ηλικία που η ζωή έτρεχε με χίλια και τι να πρωτοπρολάβει  κανείς. Άσε που το συγκεκριμένο καλοκαίρι αναλώθηκε με γερές κόντρες στο σπίτι  για το θέμα του φροντιστηρίου. Για τον Μιχαλιό η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο ήταν υπόθεση αποκλειστικά δική του και των βιβλίων του.  Δεν είχε ανάγκη από ενδιάμεσους.
Το φροντιστήριο το 'βλεπε επιεικώς  περιττό, κάπως πιο αυστηρά επικίνδυνο και επί της ουσίας επιζήμιο. Μια επένδυση σε χρόνο και χρήμα  χωρίς  αντίκρισμα. Μα έλα να πείσεις τον πατέρα που ήταν κατηγορηματικός γιατί ήθελε το καλό του και ήξερε το καλό του, όπως όλοι οι πατεράδες από καταβολής κόσμου. Πολύ περισσότερο που ένας από τους ιδιοκτήτες του φροντιστηρίου  ήταν συγχωριανός του  και  είχαν συνωμοτήσει πίσω από την πλάτη του, χρόνια πριν, πάντα για το καλό του. Διεκδίκησε με κάθε τρόπο να περάσει το δικό του μα τελικά εξαναγκάστηκε να πάει με το ζόρι και οι αρχικές του υποψίες έγιναν βεβαιότητες από τα πρώτα κι όλας μαθήματα.

Οι καθηγητές είχαν μοναδικό στόχο τις όσο γίνεται περισσότερες επιτυχίες στις εισαγωγικές και για να τις εξασφαλίσουν αναμασούσαν μονότονα  γνώσεις, που θα μπορούσε να βρει κανείς σε οποιοδήποτε έγκυρο βιβλίο. Δεν νοιάζονταν να κεντρίσουν την περιέργεια, να δημιουργήσουν ερωτηματικά, να εξάψουν την φαντασία των νεαρών μαθητών. Δεν έδιναν πεντάρα για τη γνώση αυτή καθ’ εαυτή. Τη γνώση που αποσκοπεί στην ερμηνεία του κόσμου με εργαλείο την επιστήμη. Τη γνώση που αποκτάς παίρνοντας φόρα από τους ώμους των γιγάντων της διάνοιας, που λειτουργούν σαν βατήρες, για να καταδυθείς στα σκοτεινά βάθη του άγνωστου. Οι μαθητές αντιμετωπίζονταν στεγνά και αφυδατωμένα ως υποψήφιοι που όφειλαν να ξέρουν τις απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν είχαν προλάβει να τους απασχολήσουν και οι καθηγητές,  συνεπείς στον ρόλο τους, βιάζονταν να δώσουν προκαταβολικά απαντήσεις που θα άρεσαν στους εξεταστές και που ενδιέφεραν μόνο τους εξεταστές. Κι αν το καλοσκεφτείς ούτε καν αυτούς ενδιέφεραν· γιατί αυτοί ήξεραν και απλώς ήθελαν  να ελέγξουν ποιοι άλλοι ήξεραν πανομοιότυπα. Αυτή η ατέρμονη και, μέχρι απελπισίας, βαρετή διαδικασία, που μερικοί ρομαντικοί αποκαλούν μεταλαμπάδευση της γνώσης, έπαιρνε σάρκα και οστά στο καταθλιπτικό κτίριο της οδού Ακαδημίας. 

Αλλιώς τους ήθελε τους δασκάλους του ο Μιχαλιός. Να έχουν σαν πρώτο μέλημα  να τον εξασκήσουν να παρατηρεί τον κόσμο κι όχι απλώς να τον βλέπει.  Γιατί η παρατήρηση από μόνη της γεννάει απορίες - όσο πιο προσεκτική τόσο πιο πολλές και πιο δημιουργικές. Να τον καθοδηγούν πώς να ψάχνει μεθοδικά τις απαντήσεις στα  βιβλία.  Να εμψυχώνουν την παρόρμησή του να τολμήσει το δικό του δειλό  βήμα  στην ανακάλυψη του καινούργιου  προσθέτοντας έτσι έναν μικρό κρίκο στην αλυσίδα της γνώσης που κληροδοτείται. Μα τέτοιους δασκάλους δεν είχε βρει μέχρι τώρα και ήταν εντελώς απίθανο να τους βρει στο φροντιστήριο με τη σκοπιμότητα του οποίου είχε ιδεολογικές διαφωνίες. Θα έπαιρνε όρκο πως κανένας καθηγητής εκεί μέσα δεν θα έχανε "πολύτιμο" χρόνο για να τους γοητεύσει  αφηγούμενος την ιστορία  του υπολογισμού του ύψους των Πυραμίδων.

Ο Θαλής δεν θα μπορούσε παρά να θαμπωθεί από τη μεγαλοπρέπεια της αρχιτεκτονικής κατασκευής όταν τις πρωτοαντίκρισε, μα  δεν αρκέστηκε στον θαυμασμό. Το σαράκι της περιέργειας τον τσίγκλησε.
-Πόσο ακριβώς είναι το ύψος τους; Ρώτησε τους ιερείς του Ρα που τον ξεναγούσαν όλο καμάρι και κομπασμό.
Εκείνοι σήκωσαν τους ώμους μουδιασμένα. Κανείς δεν είχε καταφέρει να το υπολογίσει. Τον απέτρεψαν από το να ασχοληθεί. Ματαιοπονείς, του είπαν, είναι έξω από το ανθρώπινα μέτρα. Μα πώςΑφού άνθρωποι τις έχουν κατασκευάσει.
Μιας και η περιέργεια του φιλόσοφου είχε εξαφθεί τίποτα δεν μπορούσε να μπει εμπόδιο για την ικανοποίησή της. Η σκέψη κινητοποιήθηκε χρησιμοποιώντας εργαλεία απλά: τον ήλιο, τις σκιές… Μάζεψε κάποιο απομεσήμερο τους Αιγύπτιους σοφούς και όταν ήρθε η ώρα που η σκιά του ήταν όσο το μπόι του...
-Αυτό, τους λέει, δεν είναι μόνο δική μου ιδιότητα, ισχύει και για τις Πυραμίδες.  Αν θέλετε να μάθετε το ύψος δεν έχετε παρά να μετρήσετε τώρα τη σκιά τους
Κι έφυγε να πιει παγωμένα σερμπέτια - γιατί ο ήλιος της ερήμου δεν αστειεύεται - μ' ένα πονηρό χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη που διαλαλούσε τη χαρά της περιέργειας που συνάντησε το "γιατί" της. 

Ο Μιχαλιός χαμογελούσε κι αυτός πονηρά συμμεριζόμενος τη χαρά του Μιλήσιου, μα θλιβόταν που εκείνο που απόμεινε στις σχολικές αίθουσες, από αυτή τη μέχρι δακρύων γοητευτική ιστορία, είναι ατέλειωτες στείρες διδακτικές ώρες πάνω στα όμοια τρίγωνα, τα κριτήρια ομοιότητας, τις συνέπειες της ομοιότητας, τις αναλογίες των ομόλογων πλευρών... Κι οι μαθητές να γεμίζουν τετράδια με κατασκευασμένα προβλήματα για φαινόμενα που ποτέ  δεν πρόκειται θα συναντήσουν στον αληθινό κόσμο. Και κάπου ανάμεσα σ’ όλα αυτά χάθηκε η ουσία και η γοητεία της ουσίας.

Αυτήν ακριβώς τη γοητεία της ουσίας έψαχνε ξαγρυπνώντας τις νύχτες, όταν θεωρητικά έπρεπε να χορταίνει τον οχτάωρο ύπνο, χωμένος σαν ξωτικό μέσα σε παμπάλαια μαθηματικά βιβλία Ιησουιτών που κάλυπταν τις ανάγκες του για γνώση έτσι όπως την όριζε εκείνος. Στο  θέμα του ύπνου είχε από πολύ νωρίς αντισταθμίσει την έλλειψη ποσότητας με μια πολύ καλή ποιότητα και η αναγκαία καθημερινή αναδόμηση του οργανισμού του προλάβαινε να γίνει σε τέσσερις μόλις ώρες – συνήθεια που διατήρησε σ’ όλη του τη ζωή. Το θέμα της απόκτησης των βιβλίων που θα ικανοποιούσαν τις όλο και αυξανόμενες ανάγκες του, το έλυσε με τη μέθοδο της απαλλοτρίωσης – δεν συμπάθησε ποτέ το ρήμα κλέβω. Περνούσε αμέτρητες ώρες όρθιος μπροστά στα ράφια του Ελευθερουδάκη ξεφυλλίζοντας βιβλία. Οι υπάλληλοι  τον γνώριζαν σαν έναν ευγενικό και φιλομαθή νέο που συμπεριφερόταν με πολλή σεβασμό στα βιβλία και  δεν θα τον συνέδεαν ποτέ με κάποιες απώλειες που δεν ανακάλυπταν  παρά μόνο όταν ήταν πολύ αργά. Ούτε κι αυτή τη συνήθεια εγκατέλειψε στην ενήλικη ζωή του. Κάποτε – εντελώς απρογραμμάτιστα - ένιωθε πιεστική την παρόρμηση να αφαιρέσει την πένα από το γραφείο του συνομιλητή του, κατά την διάρκεια μιας σοβαρής επαγγελματικής συνάντησης, μόνο και μόνο για να αισθανθεί την αδρεναλίνη του στα ύψη – όπως κάποιος άλλος κάνει μπάντι τζάμπινγκ για τον ίδιο λόγο. Ύστερα κατάφερνε να κατασιγάσει αυτοστιγμεί τους παλμούς της καρδιάς του – διαπιστώνοντας με ικανοποίηση πως βρίσκεται πάντα σε φόρμα – και να παρακολουθεί ψύχραιμος την αγχωμένη αναζήτηση του άλλου που δεν μπορούσε να σκεφτεί πού είχε κρυφτεί καταραμένη πένα. Έπαιζε θέατρο παριστάνοντας τον αδιάφορο ή, αν είχε πολύ κέφι, δείχνοντας ένα ελαφρό εκνευρισμό για την καθυστέρηση. 

Στο φροντιστήριο, με μοναδική εξαίρεση τον καθηγητή της Γεωμετρίας – ένα κοντό ανθρωπάκι με στρογγυλή κοιλιά και λαμπερή φαλάκρα – που πολλές φορές χανόταν στην τρέλα των γραμμών και των σχημάτων ξεχνώντας τον τυποποιημένο, παραδοσιακό τρόπο διδασκαλίας, η υπόλοιπη διαδικασία ήταν κυριολεκτικά χάσιμο χρόνου. Από τότε, κι ας ήταν μόλις δεκαοχτώ, θεωρούσε ύβρη να αφήνει ανεκμετάλλευτο, το παραμικρό δευτερόλεπτο  από την, ούτως ή άλλως, μικρή  ζωή του. Μια ταπεινή στιγμούλα μπορεί να κουβαλάει  απρόσμενη εμπειρία και πρέπει να είσαι εκεί καραδοκώντας να την βουτήξεις από τα μαλλιά, να την καβαλήσεις σαν μαγική σκούπα και να σε οδηγήσει στην ανεπανάληπτη στιγμή που ανταμώνεις το απρόβλεπτο. Πόσω μάλλον να χάνεις τρεις ώρες κάθε βράδυ, συμπεριλαμβανομένου και του Σαββάτου.

Συνεχίζεται...



--
Γιούλια Ολόμπλαβα